Παπίκιον Όρος – Το “Άγιον Όρος” της Θράκης

Βορειοδυτικά της Κομοτηνής, βόρεια των οικισμών Πολύανθος, Σώστης, Μίσχος, Ληνός, Ασώματοι, Θάμνα και Ρίζωμα, και επάνω από την περιοχή που βρίσκεται η βυζαντινή Μοσυνούπολη ή αλλιώς Μαξιμιανούπολη, στους πρόποδες της οροσειράς Ροδόπης, βρίσκεται το Παπίκιον Όρος.

Πρόκειται για έναν άτυπο οικισμό βυζαντινών ναών και μοναστηριών που γνώρισαν την ακμή από τον 11ο έως τον 14ο αι. στην περίοδο της Οθωμανικής κυριαρχίας.
Πρώτη αναφορά για το Παπίκιο γίνεται από το τυπικό του Γρηγορίου Πακουριανού το 1083 πληροφορώντας μας για τον ναό του Αγίου Γεωργίου Παπικίου που άνήκε στο μετόχι της μονής της Θεοτόκου της Πετριτζονίτισσας. Είχε μεγάλη επιρροή στην βυζαντινή αυτοκρατορία και διατηρούσε συνάμα άριστες σχέσεις με το Άγιο Όρος έχοντας σχεδόν όμοια οργάνωση και λειτουργική δομή με αυτό.

Παπίκιον Όρος-Τοποθεσία

Πληροφορίες για το Παπίκιο αντλούμε και από τους βυζαντινούς ιστορικούς και χρονογράφους Νικήτα Χωνιάτη και Ιωάννη Κίνναμο που αναφέρουν την ύπαρξη «πλείστων σεμνείων» και «φροντιστηρίων» σε μερικά από τα οποία εκάρησαν μοναχοί επιφανή πρόσωπα του Βυζαντίου, όπως ο πρωτοστράτωρ Αλέξιος Αξούθ και ο νόθος γιος του αυτοκράτορα Μανουήλ Α΄ (1143 – 1180) σεβαστοκράτωρ Αλέξιος.
Όσον για την ετυμολογία του ονόματος ο Σαβαΐτης μοναχός Ακάκιος (α΄ μισό 13ου αι.) μας πληροφορεί: «την κλήσιν δε έλαχεν εκ του είναι πλείστα μοναστήρια και μέγιστα περί τα τρις εκατόν και εβδομήκοντα. Αρχήν δε τη κατοικήσει του όρους γέρων τις πρώτος κατώκησεν την κλήσιν έχων πάππος και διά του τούτο Παπίκιον». Με την ιστορία του Παπικίου συνδέονται τα ονόματα του Γρηγορίου Παλαμά και του οσίου Μαξίμου Καυσοκαλυβίτη, που επισκέφθηκαν τη μοναστική κοινότητα στις αρχές του 14ου αι. και έμειναν στην περιοχή για σύντομο χρονικό διάστημα.

Από την παράθεση και συσχέτιση των προσφερομένων ιστορικών μαρτυριών συμπεραίνεται ότι το μοναστικό κέντρο του Παπικίου βρισκόταν σε μεγάλη ακμή κατά τον 11ο – 12ο αι. Από το 13ο αι. και μετά σημειώνεται μια καθοριστική κάμψη στη ζωή του μοναστικού κέντρου, που φθάνει σε πλήρη παρακμή στα τέλη του 14ου αι.

Στα μεταβυζαντινά χρόνια το Παπίκιον δεν υπάρχει ως μοναστικό κέντρο. Κοντά στα ερείπια των μοναστηριακών συγκροτημάτων ιδρύονται μικροί οικισμοί, οι κάτοικοι των οποίων εκμεταλλεύονταν τα γύρω από τα μοναστήρια καλλιεργήσιμα κτήματα.

ΣΤΟ ΠΑΠΙΚΙΟΝ ΟΡΟΣ ΜΟΝΑΣΕ Ο ΑΓΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ο ΠΑΛΑΜΑΣ

Το Παπίκιον με τις δύσβατες κορυφές του, την πυκνή βλάστηση και τα πολλά νερά ήταν φυσικό να προσελκύσει ασκητές και ερημίτες, που επιζητούσαν την τέλεια απομόνωση, ενώ δεν απέτρεπε και την επικοινωνία με τον «έξω κόσμο», αφού παράλληλα με τους πρόποδές του έβαινε η Εγνατία οδός, που δεν έπαυσε να χρησιμοποιείται στα βυζαντινά χρόνια. Σημαντικός λόγος για την προσέλκυση των ασκητών θα πρέπει να υπήρξε η εξαιρετική θέα από το Παπίκιον προς τον κάμπο του Ν. Ροδόπης και της Ξάνθης. Το μάτι ξεκουράζεται και έχει κανείς την αίσθηση, βλέποντας τον κόσμο από ψηλά, ότι ξεφεύγει από τη γήινη σφαίρα με γαληνεμένη ψυχή.

Αξιόλογες πληροφορίες για το Παπίκιον αντλούμε από μία οροθετική στήλη με την επιγραφή: «Οριαιοι διαφέροντες τη ευαγεστάτη μονή του Δικαίου Αντωνίου». Η επιγραφή αυτή που χρονολογείται στις αρχές του 14ου αι. έχει ιδιαίτερη σημασία γιατί αποτελεί: α) την πρώτη μαρτυρία, με βάση αρχαιολογικά δεδομένα, επώνυμης μονής στην περιοχή, β) οριαίο λίθο (οροθέσιο), που δηλώνει την ύπαρξη ορίων δικαιοδοσίας μεταξύ των μονών και γ) ότι το αξίωμα του «δικαίου» απαντά και στο Παπίκιον.

EIKONOMAXIA
Α’ Περίοδος ( 726 έως 780 )
Β’ Περίοδος ( 813 έως 843 )

Διαμάχη γύρω από το θέμα των ιερών εικόνων, η οποία εξελίχθηκε σε θρησκευτική κρίση, που συντάραξε για έναν αιώνα τη Βυζαντινή αυτοκρατορία. Άρχισε το 726, όταν ο αυτοκράτορας Λέων Γ’ ο Ίσαυρος ανέφερε σε ένα λόγο του, ότι οι εικόνες ήταν είδωλα και έπρεπε φυσικά να καταργηθούν και υποκινήθηκε βασικά από λόγους θρησκευτικούς (καταπολέμηση ορισμένων λαϊκών τάσεων προς την ειδωλολατρία) αλλά και πολιτικούς (περιορισμός της υπερβολικής δύναμης των μοναχών). Οπωσδήποτε, ασάφεια των πηγών έχει οδηγήσει σε πολλές ερμηνείες ως προς τα αίτια της.

Την εικονομαχία την αποδέχτηκε η σύνοδος της Κωνσταντινούπολης το 730 η οποία δέχτηκε τις αυτοκρατορικές απόψεις, την καταδίκασαν όμως αμέσως οι Ρωμαίοι Ποντίφικες, οι οποίοι απαγόρευσαν ακόμα και με την βία τη διάδοση της στη Δύση. Ζήτησαν μάλιστα γι’ αυτό την βοήθεια των Φράγκων, γεγονός που είχε σοβαρές ιστορικές συνέπειες (φραγκοπαπική συμμαχία ίδρυση στα βυζαντινά εδάφη της Ιταλίας της χορηγίας του Αγίου Πέτρου, του βασιλείου των Λογγοβαρδών, ίδρυση της αυτοκρατορίας των Καρολιδών).

Παπίκιον Όρος-Επισκέπτες

Όταν τα μέτρα κατά των εικονολατρών έγιναν ακόμη αυστηρότερα επί Κωνσταντίνου Ε’, διαδόχου του Λέοντα Γ’ του ΄Ισαυρου, οι μοναχοί αντέδρασαν με οξύτητα, αντιμετωπίστηκαν όμως με σκληρότητα και οι μοναστικές περιουσίες τέθηκαν υπό τον έλεγχο του κράτους. Τους νόμους κατά των εικονολατρών ανακάλεσε η αυτοκράτειρα Ειρήνη (7η Οικουμενική Σύνοδος, το 787, με συμμετοχή των αντιπροσώπων της Εικονομάχοι καλύπτουν την εικόνα του Χριστού Ζ΄Οικουμενική Σύνοδος Ρώμης), τους επανέφεραν όμως οι διάδοχοί της και κυρίως ο Λέων Ε’, στις αρχές του 9ου αιώνα. Η εικονομαχία έπαψε οριστικά επί Θεοδώρας, το 843, οπότε αποκαταστάθηκε η εικονολατρία, με την αναστύλωση των εικόνων στις 11 Μαρτίου 843. Η ημέρα αυτή γιορτάζεται σήμερα την πρώτη Κυριακή της Μεγάλης Σαρακοστής, δηλαδή την Κυριακή της Ορθοδοξίας.

Η ανακάλυψη της ακριβής τοποθεσίας του Παπικίου Όρους έγινε το 1983 όταν κατά την διάρκεια μιας αναδάσωσης του Δασαρχείου Κομοτηνής βρέθηκαν κοντά στο χωριό Κερασιά τα ερείπια ενός βυζαντινού ναού.

Κατευθείαν έγινε η διασταύρωση με ιστορικές μαρτυρίες από την διεθνή βιβλιογραφία και άρχισε έτσι η αρχαιολογική εξερεύνηση του.

ΤΟ ΠΑΠΙΚΙΟΝ ΟΡΟΣ ΕΙΝΑΙ ΕΝΑ ΜΟΝΑΔΙΚΟ ΔΕΙΓΜΑ ΤΗΣ ΒΥΖΑΝΤΙΝΗΣ ΕΠΙΡΡΟΗΣ ΣΤΗΝ ΘΡΑΚΗ

Το 1984 λίγα χιλιόμετρα μακριά, στο χωριό Σώστης, ανακαλύφθηκαν τα ερείπια και άλλων δύο βυζαντινών ναών δικαιώνοντας τους υποστηρικτές της θεωρίας πως όντως επρόκειτο για το Παπίκιον Όρος που έπαιξε σημαντικό ρόλο στον μοναστικό και θρησκευτικό βίο της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας.

Αμέσως η περιοχή κηρύχθηκε προστατευμένη για να αποφευχθούν οι παράνομες ανασκαφές και το 1990 εντάχθηκε με τον τίτλο «Αρχαιολογικές έρευνες μνημείων Παπικίου Όρους» σε ειδικό πρόγραμμα της περιφέρειας Ανατ. Μακεδονίας και Θράκης και το 1996 στα πλαίσια του Β΄ Κ.Π.Σ. έγιναν σημαντικές εργασίες με σκοπό την ανάδειξη και την συντήρηση του.

Στις μέχρι τώρα σχετικές για το Παπίκιο γνώσεις μας, βασισμένες στις γραπτές ιστορικές πηγές, έρχονται να προστεθούν καινούργιες πληροφορίες μέσα από αρχαιολογικά δεδομένα, με τις ανασκαφικές έρευνες που διενεργήθηκαν από το 1983 μέχρι και το 1994. Οι έρευνες αυτές αποκάλυψαν κοντά στους οικισμούς Κερασιά, Σώστη Ληνό και Μίσχο τρεις μονόχωρους, σε σχήμα ελεύθερου σταυρού βυζαντινούς θολοσκέπαστους ναούς, δύο εκτεταμένα μοναστηριακά συγκροτήματα (Σώστη και Ληνού) και ερείπια βυζαντινού λουτρώνα.

Από τους τρεις μονόχωρους ναούς οι δύο βρίσκονται στην περιοχή του οικισμού Κερασιά και ο τρίτος μεταξύ της Κερασιάς και του Σώστη. Ανήκουν, όπως προαναφέρθηκε, στην ομάδα των μονόχωρων θολοσκέπαστων σταυροειδών ναών με συνεπτυγμένες τις κεραίες του σταυρού. Αρχιτεκτονικά ο τύπος αυτός αποκτά ευρεία διάδοση μετά το 10ο αι. Μολονότι η ανασκαφική έρευνα περιορίστηκε αποκλειστικά στο χώρο των ναών, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι αποτελούν καθολικά μικρών μοναστηριών.

Σημαντικές πληροφορίες για την μοναστηριακή κοινότητα του Παπικίου αντλούμε και από τους δύο Αθηναίους μοναχούς Βαρνάβα και Σωφρόνιο ιδρυτών της μονής Παναγίας Σουμελά του Πόντου που όταν ήλθαν από την Αθήνα στην Μαρώνεια με καράβι πήγαν στον τοπικό μητροπολίτη Μαρωνείας και τον ενημέρωσαν ότι θα επισκεφθούν το Παπίκιο. Εκεί διαπίστωσαν την ύπαρξη περίπου 370 μοναστηριών από τα οποία σημαντικότερα ήταν η Παναγία η Ελεούσα που βρισκόταν στο ανατολικό τμήμα του Παπικίου και τον Ευαγγελιστή Λουκά στα δυτικά του.

Οι ιερές μονές του Παπικίου ήταν εντελώς αυτοκέφαλες. Στο Παπίκιο Όρος μόνασαν επιφανή πρόσωπα του Βυζαντίου. Είναι μέρος αγιασμένο από την θυσία και την ασκητική ζωή των μοναχών καθώς ήταν κατά την βυζαντινή περίοδο μοναστικό ξακουστό κέντρο οργανωμένο σύμφωνα με το σύστημα του Αγίου Όρους.

Εδώ μόνασαν τρεις Άγιοι,
ο βασιλιάς της Σερβίας,
η κόρη του βασιλιά της Γεωργίας, σύζυγος δύο βυζαντινών αυτοκρατόρων και μητέρα συναυτοκράτορα,
ένας βυζαντινός σεβαστοκράτορας,
ένας βυζαντινός πρωτοστάτορας,
επίσης πλήθος ανώνυμων αγίων μοναχών

Με τις μονές του Παπικίου Όρους έχουν συνδεθεί σπουδαίες μορφές της Εκκλησίας όπως ο Άγιος Μάξιμος ο Καυσοκαλυβίτης αυτός γεννήθηκε στην Λάμψακο του Ελλησπόντου το 1280, έγινε μοναχός στο όρος Γάνο της Ανατολικής Θράκης. Μετά από λίγο έφυγε και πήγε για κάποιο διάστημα στο Παπίκιο. Εκεί έμεινε μαζί με άλλους ασκητές. Ακολούθως πήγε στο Άγιο Όρος όπου διέμενε σε διάφορες πρόχειρες καλύβες τις οποίες μετά από λίγο καιρό έκαιγε, για να μην έχει κάτι δικό του. Έτσι απέκτησε τον τίτλο του Καυσοκαλυβίτη, απεβίωσε το 1375 σε ηλικία 95 ετών. Βιογράφος του ήταν και ο Άγιος Θεοφάνης Μητροπολίτης τότε του Περιθεωρίου-Αναστασιούπολης που βρίσκεται νότια του σημερινού οικισμού των Αμαξάδων.

Επίσης μόνασε εδώ και ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς ο οποίος πηγαίνοντας τον 14ο αιώνα στο Άγιο Όρος παρέμεινε τον χειμώνα του 1316/17 στο Παπίκιο, όπου διεξήγαγε θεολογικό διάλογο με ομάδες αιρετικών και μάλιστα με τους πιο σοφούς από αυτούς με τα επιχειρήματά τους όμως με τον σωστό λόγο του κατάφερε να κάνει και τον σοφότερο από αυτούς να επιστρέψει στην Ορθοδοξία. Αυτό όμως δεν άρεσε στους υπόλοιπους αιρετικούς και έτσι όταν έφυγε του δώσανε τρόφιμα να έχει για τον δρόμο, τα οποία όμως ήταν ποτισμένα με δηλητήριο. Αυτόν όμως τον βοήθησε ο Θεός, υποψιάστηκε ότι κάτι έχουν τα τρόφιμα και μόλις τα έδωσε και τα έφαγε ένας σκύλος έπεσε νεκρός.

Ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς ήταν μια σπάνια περίπτωση στη ζωή της Εκκλησίας, ήταν θεολόγος, φιλόσοφος, λόγιος, κληρικός, μοναχός. Επίσης οι γονείς του και τα πέντε αδέλφια του γίνανε όλοι μοναχοί. Μετά από κάποια χρόνια εκλέχθηκε μητροπολίτης Θεσσαλονίκης. Απεβίωσε το 1359 στην Θεσσαλονίκη όπου φυλάγονται τα λείψανά του και θεωρείται ως συμπολιούχος με τον Άγιο Δημήτριο. 

Εδώ επίσης το 1195 προσήλθε ο βασιλιάς της Σερβίας Στέφανος Α’ Νεμάνια, μέγας πρίγκιπας του Μεγάλου Πριγκιπάτου της Σερβίας, ήταν αυτός που ίδρυσε την Σερβική Αυτοκρατορία καθώς και την Εκκλησίας της Σερβίας. Αυτός αφού εγκατέλειψε πλούτοι, τιμές, δόξα, ασπάσθηκε το μοναχικό σχήμα και πήρε το όνομα Συμεών. Μετά από τρία χρόνια έφυγε και πήγε στο Άγιο Όρος όπου ίδρυσε την Μονή Χιλανδαρίου απεβίωσε το 1199. Η Σερβική Εκκλησία τον ανακήρυξε άγιο με το όνομα Άγιος Συμεών ο μυροβλήτης. 

Έχουμε και μια γυναικεία μορφή που μόνασε εδώ μέχρι το  τέλος της ζωής της αφού ίδρυσε γυναικεία μονή, αυτή είναι η Μαρία η Βοτανειάτη κόρη του βασιλιά της Γεωργίας, σύζυγος δύο βυζαντινών αυτοκρατόρων και μητέρα συναυτοκράτορα. 

Εδώ μόνασε και ο πρωτοστάτωρ Αλέξιος Αξούθ αυτός ήταν επικεφαλής των αυτοκρατορικών στατόρων (ιπποκόμων). Εκείνη την εποχή αυτοί είχανε μεγάλη δύναμη και εξουσία. Ο αυτοκράτωρ Μανουήλ ενώ ήταν στην Σόφια συνέλαβε το 1168 τον Αλέξιο Αξούθ επειδή είχε υπόνοιες ότι επιβουλεύεται τον θρόνο του και τον ανάγκασε να γίνει μοναχός. Αυτός όμως ήταν εθισμένος στην κρεατοφαγία και επειδή στις μονές του Παπικίου απαγορευότανε αυστηρά η κρεατοφαγία υπέφερε αφού αναγκαζότανε να τρώγει χόρτα, λαχανικά και ψάρια. 

Τελευταίος γνωστός βυζαντινός που μόνασε εδώ ήταν ο σεβαστοκράτωρ Αλέξιος αυτός ήταν νόθος γιος του αυτοκράτορα Μανουήλ Α’ Κομνηνού και της ερωμένης ανιψιάς του Θεοδώρας κόρη της αδελφής του, γεννήθηκε το 1160. Τον συνέλαβε ο αυτοκράτωρ Ισαάκειος Β’ Άγγελος το 1191 επειδή είχε υπόνοια ότι τον αντιπολιτεύεται, έτσι ενώ ήταν στην Δράμα τον συνέλαβε οπότε επιστρέφοντας για την Κωνσταντινούπολη σταμάτησε στην Μαξιμιανούπολη, από εκεί με συνοδεία στρατιωτών τον έστειλε στο Παπίκιο Όρος όπου μόνασε στο ίδιο μοναστήρι που μόνασε ο Αλέξιος Αξούθ. 

Εκτός βέβαια από τα ανωτέρω γνωστά πρόσωπα που μόνασαν όλα αυτά τα χρόνια μόνασαν χιλιάδες άγνωστοι μοναχοί που απαρνήθηκαν τα εγκόσμια για να πλησιάσουν όσο το δυνατόν περισσότερο τον Θεό. Σήμερα σε όλο το Παπίκιο λειτουργεί μια μόνο μονή η οποία κτίσθηκε με ενέργειες του αείμνηστου ιερέα του Σώστη πατέρα Μάξιμου στα τέλη της δεκαετίας του 1990 αυτός δεν πρόλαβε να χαρεί την ανέγερσή της γιατί σκοτώθηκε σε τροχαίο δυστύχημα έξω από την Αλεξανδρούπολη. 
Η μοναστική Πολιτεία του Παπικίου Όρους άγνωστη σε πολλούς προϋπήρξε του Αγίου Όρους. Από τις ανασκαφές που γίνανε βρέθηκαν οργανωμένα μοναστηριακά συγκροτήματα. Επίσης βρέθηκαν εκτός από τα ανωτέρω κινστέρνες (δεξαμενές), αποθήκες, μύλοι, λουτρώνες, αλλά και νομίσματα, μολυβδόβουλα, εικονίδια, αντικείμενα καθημερινής χρήσης, θραύσματα αγγείων, μαχαιρίδια, κανάτες, πήλινα κηροπήγια και πολλά άλλα.

Από τον μεγάλο αριθμό των 350-370 μονών που υπήρχαν σύμφωνα με τα γραπτά των μοναχών και περιηγητών μέχρι σήμερα έχουν εντοπισθεί οι 70 μονές και έχουν ανασκαφεί μόνο οι πέντε.

Πηγές: sparmatseto.gr, xronos.gr,

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.