Ιερά Μονή Πανορμίτου, Σύμης

Η ΙΣΤΟΡΙΑ

Ἡ πρώτη γραπτή μαρτυρία γιά τήν ὕπαρξη τῆς Μονῆς τοῦ Πανορμίτη, ἀναφερόταν σ’ ἕνα χειρόγραφο Παρακλητικό Κανόνα τῶν Ταξιαρχῶν, πού ἦταν γραμμένος σ’ αὐτήν τό ἔτος 1460. Τό χειρόγραφο τοῦτο, σύμφωνα μέ μαρτυρίες, χρησιμοποιόταν στίς Ἐκκλησιαστικές ἀκολουθίες καί σωζόταν σ’ αὐτή μέχρι τό ἔτος 1862, ὁπότε καί καταστράφηκε ἀπό κάποια ἀνεξακρίβωτη αἰτία, ἴσως πυρκαγιά.
Ἡ λαϊκή διήγηση γιά τήν ἀνέγερση τῆς Μονῆς, ἔχει ὡς ἑξῆς: «Ἐνῶ ἔσκαβε κάποτε μιά εὐλαβής οἰκοδέσποινα – ἡ «Μαριώ τοῦ Πρωτενιοῦ» – στό κτῆμα της στόν Πάνορμο, βρῆκε κάτω ἀπό ἕνα σχῖνο μιά μικρή παλαιά Εἰκόνα τοῦ Ἀρχαγγέλου Μιχαήλ. Μέ ἄκρα μυστικότητα πῆρε τήν Εἰκόνα καί τήν μετέφερε στό Εἰκονοστάσι τοῦ σπιτιοῦ της στήν Σύμη, ὅπου καί ἔκαιγε ἀκοίμητο καντήλι. Τήν ἑπομένη μέρα διαπίστωσε ὅμως, ὅτι ἡ Εἰκόνα ἔγινε ἄφαντη. Ὅταν ἀργότερα πῆγε στό κτῆμα της στόν Πάνορμο, τήν βρῆκε στήν ἀρχική της θέση κάτω ἀπό τό σχῖνο. Ἡ νοικοκυρά ξανάφερε τό Εἰκόνισμα στό σπίτι της, μά αὐτό παραδόξως ἐπέστρεφε στό σημεῖο πού βρέθηκε. Τό γεγονός αὐτό ἐπαναλήφθηκε τρεῖς φορές. Ἡ λύπη τῆς γυναίκας ἔπαυσε, ὅταν εἶδε σέ ὄνειρο τόν Ἀρχάγγελο Μιχαήλ λαμπροφοροῦντα καί ἀπαστράπτοντα, ὁ ὁποῖος τῆς ἐξέφρασε τήν ἐπιθυμία του νά παραμείνει ἐσαεί στόν Πάνορμο. Κατόπιν τούτων, ἡ εὐσεβής γυναίκα ἀνακοίνωσε πλέον τό γεγονός καί μέ τήν συνδρομή τῶν συμπατριωτῶν της, ἀνήγειρε μικρό Ναΰδριο, στό ὁποῖο καί ἐνθρόνισε τόν Ταξιάρχη».
Τέτοιου εἴδους διηγήσεις βέβαια μᾶς παραπέμπουν ἀκόμη καί στά χρόνια τῆς Εἰκονομαχίας, ἐξ ἀφορμῆς τῆς ὁποίας οἱ Χριστιανοί ἔκρυβαν τίς Εἰκόνες, προκειμένου νά τίς διασώσουν ἀπό τήν μανία τῶν αἱρετικῶν εἰκονομάχων. Ἡ συγκεκριμένη ὅμως παράδοση τῆς εὑρέσεως τῆς Εἰκόνας ἀπό τήν «Μαριώ τοῦ Πρωτενιοῦ», ὑποθέτουμε ὅτι σχετίζεται ὄχι μέ τήν ἀρχική οἰκοδόμηση τῆς Μονῆς τοῦ Πανορμίτη, ἀλλά μέ τήν μετέπειτα ἀνασύστασή της. Πιθανότατα στόν Πάνορμο ὑπῆρχε νωρίτατα Ναός τοῦ Ταξιάρχου, ὁ ὁποῖος καταστράφηκε ἀπ’ τίς συχνές ἐπιδρομές τῶν Σαρακηνῶν πειρατῶν, πού μάστιζαν τότε ὁλόκληρο τό Αἰγαῖο. Στήν περίπτωση αὐτή, ἡ εὑρεθεῖσα Εἰκόνα, προερχόταν μᾶλλον ἀπό τόν προγενέστερο Ναό.

Ὅσον ἀφορᾶ στήν ἐποχή κτίσεως τοῦ ἀρχικοῦ αὐτοῦ Ναοῦ, αὐτή δέν εἶναι δυνατόν νά προσδιορισθεῖ, ἀλλά δέν ἀποκλείεται νά ἀνάγεται στούς πρώτους χριστιανικούς αἰῶνες, κατά τούς ὁποίους πιστεύεται ὅτι ἀνηγέρθησαν οἱ ὑπόλοιπες ὀχτώ Ἀγγελικές Μονές τοῦ νησιοῦ, ἐξ αἰτίας τῆς ἐπιδράσεως τῆς Ἀγγελολατρείας. Προκειμένου λοιπόν νά συμπληρωθεῖ ὁ ἀριθμός τῶν ἐννέα Ἀγγελικῶν Ταγμάτων, κτίστηκε ἴσως τήν ἴδια περίοδο Ναός τοῦ Ἀρχαγγέλου στόν καλύτερο ὅρμο τῆς Σύμης, ὁ ὁποῖος ὅμως – ὅπως ἀναφέραμε – καταστράφηκε ἀπό τίς πειρατικές ἐπιδρομές.

Ἐπίσης τό ὅτι ὁ Πανορμίτης ὑπῆρχε καί πρίν τόν 15ο αἰ. ὑπεμφαίνει ἡ ἀναφορά τοῦ Γάλλου περιηγητῆ Λουί Λακρουά, ὁ ὁποῖος στό ἔργο του «Τά νησιά τῆς Ἑλλάδας, Ἱστορία καί Περιγραφή, 1853», ἀναφέρει ὅτι οἱ Συμαίοι κατέβαλαν φόρο στούς Ἰωαννίτες Ἱππότες τῆς Ρόδου. Μετά τό 1352 ὁ φόρος αὐτός, ἀντικαταστάθηκε μέ τήν ἐφ’ ἅπαξ δόση πεντακοσίων «ἄσπρων» καί τήν μεταθανάτια μεταβίβαση τῶν ὑπαρχόντων τῶν Μοναχῶν τοῦ νησιοῦ, στό συγκεκριμένο Ἱπποτικό Τάγμα.

Ἀδιάψευστο στοιχεῖο ὅμως, ἀποτελεῖ ἡ ἐπιγραφή τοῦ ξίφους τῆς ἐφέστιας ἱερᾶς Εἰκόνας τοῦ Ταξιάρχου Μιχαήλ, ἡ ὁποία ἀναφέρει ὅτι ἡ ἐπαργύρωση τῆς Εἰκόνας ἔγινε τό 1724. Τήν ἐποχή αὐτή ὅμως, τό Μοναστήρι δέν εἶχε ἀνακαινισθεῖ ἀκόμα καί δέν εἶχε λάβει τήν μορφή πού διατηρεῖ μέχρι σήμερα. Τοῦτο συνέβη τό ἔτος 1783. Μέ βάση τήν λογική ὅμως, εἰκάζουμε ὅτι ἡ θαυματουργή Εἰκόνα τοῦ Ταξιάρχου, ἀναμφισβήτητα θά βρισκόταν ἐντός ἄλλου παλαιότερου Ναοῦ, ἴσως μικρότερου, πού θά ὑπῆρχε στήν θέση τοῦ σημερινοῦ.

Ὅπως συμβαίνει καί σέ παρόμοιες περιπτώσεις ἄλλων θαυματουργῶν Εἰκόνων, ἡ ἱερά Εἰκόνα τοῦ Πανορμίτη, θά βρισκόταν ἀρκετά χρόνια νωρίτερα στό μικρότερο αὐτό Καθολικό τῆς Μονῆς, ὅπου διά τῆς Χάριτος τοῦ Θεοῦ πραγματοποιοῦσε πλῆθος θαυμάτων, ἐξ ἀφορμῆς τῶν ὁποίων ὁ θαυματουργός Ἀρχάγγελος καί ἡ περιώνυμη Μονή Του, ἔγιναν πασίγνωστοι. Οἱ Μοναχοί καί ὁ Συμαϊκός Λαός, εἰς ἔνδειξη τιμῆς καί σεβασμοῦ στόν πολιοῦχο Προστάτη τοῦ νησιοῦ τους, προέβησαν ἀργότερα στήν ἐπαργύρωση. Ἄλλωστε ἡ κατασκευή της θά κόστισε σίγουρα πολλά χρήματα, τά ὁποῖα δέν ἦταν δυνατόν νά συγκεντρωθοῦν, παρά μόνο ἀπό ὀργανωμένη Μονή καί μάλιστα εὑρισκομένη σέ μεγάλη ἀκμή.
Ἕνα ἀκόμη ἀδιάσειστο στοιχεῖο γιά τήν ὕπαρξη τῆς Μονῆς πρό τοῦ 1783, τό ὁποῖο μέχρι τώρα ἡ ὑπάρχουσα βιβλιογραφία ἀγνοεῖ, εἶναι μιά ἀναθηματική ἐπιγραφή στήν μεταβυζαντινή τοιχογραφία τοῦ τιμίου Προδρόμου, πού βρίσκεται στόν ἐξωτερικό τοῖχο τῆς βορείας πλευρᾶς τοῦ Καθολικοῦ. Τό διαφωτιστικό αὐτό κείμενο ἔχει ὡς ἑξῆς: «† ΔΕΗΣΙΣ ΤΟΥ ΔΟΥΛΟΥ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΚΑΛΑΦΑΤΗ ΤΗ ΑΠΡΙΛΙΟΥ 15, 1760» (sic). Ὅπως καί προηγουμένως ἀναφέραμε, ἡ Μονή καί δή τό Καθολικό της τό ἔτος αὐτό, δέν εἶχαν ἀκόμα ἀνακαινισθεῖ. Ἔτσι ἡ μόνη λογική ἐξήγηση εἶναι, ἡ τοιχογραφία νά ἱστορήθηκε στήν τοιχοποιΐα προγενέστερου Ναοῦ, τμῆμα τῆς ὁποίας διατηρήθηκε καί συγχωνεύτηκε στήν καινούργια κατασκευή τοῦ 1783.

Ὅλα τοῦτα συνάδουν καί ὁδηγοῦν στό συμπέρασμα ὅτι τό Καθολικό καί κατ’ ἐπέκταση ἡ σεβασμία Μονή τοῦ Ἀρχαγγέλου μας, προϋπῆρχε ἀναμφίβολα πολύ πρίν τήν ἀνακαίνιση τοῦ 1783. Γιά τό οὐσιαστικό ὅμως ἐρώτημα περί τοῦ ἀκριβοῦς χρόνου ἱδρύσεως, ὅλα τά παραπάνω, δέν μποροῦν νά δώσουν σαφή ἀπάντηση.

Τί ἀκριβῶς συνέβη καί ἡ Μονή στό μεσοδιάστημα ἀπό τό 1760 μέχρι τό 1783 μετεβλήθη σέ ἐρρείπια δέν γνωρίζουμε, λόγῳ ἐλλείψεως στοιχείων. Δέν ἀποκλείεται ἡ κατάρρευση τῶν οἰκοδομημάτων νά ὀφειλόταν στήν παλαιότητά τους, ἀλλά τό πιθανότερο εἶναι κάποια βαρβαρική ἐπέλαση, νά προξένησε ἀνυπολόγιστη καταστροφή. Αὐτή τήν ἀπογοητευτική εἰκόνα συνάντησε ὁ Ἱερομόναχος Νεόφυτος, ὅταν τό 1775 ἐπισκέφθηκε τόν πληγωμένο Πάνορμο καί ἔκτοτε ἔβαλε στόχο τῆς ζωῆς του καί πέτυχε, τήν ἐκ βάθρων ἀνοικοδόμηση τῆς περιώνυμης Μονῆς τοῦ Ταξιάρχου.

ΤΟ ΚΑΘΟΛΙΚΟ

Οἱ ἐργασίες γιά τήν ἀνοικοδόμηση τοῦ Καθολικοῦ (τοῦ κεντρικοῦ δηλ. Ναοῦ), ἄρχισαν πιθανόν τήν ἄνοιξη τοῦ 1776, ἀπό τόν Συμαῖο Ἡγούμενο, ἱερομόναχο Νεόφυτο Κακκακιό. Ὁ ἐν λόγῳ δραστήριος κληρικός βρίσκοντας τά πάντα ἐρρειπωμένα στόν Πάνορμο, ἀνέλαβε τόν δύσκολο ἀγῶνα τῆς ἀνασυγκροτήσεως καί ἀνασυστάσεως τοῦ Πανορμίτη. Ἡ ἀνάγκη τῆς ἀνοικοδομήσεως τῆς κατεστραμένης παλαιοτέρας Μονῆς ἦταν ἐπιτακτική. Ἡ ἤδη ἀθρόα προσέλευση τῶν προσκυνητῶν αὐξανόταν συνεχῶς καί παράλληλα γινόταν ἐντονότερο τό εὐσεβές αἴτημά τους γιά μεγαλύτερο χῶρο λατρείας, ἀντάξιο τῆς φήμης τῶν πολλῶν θαυμάτων τοῦ Πανορμίτη. Ἔτσι ὁ Νεόφυτος γιά νά συγκεντρώσει τά ἀπαραίτητα χρήματα γιά τήν ἐπίτευξη τοῦ ἱεροῦ του πόθου, ταξίδεψε σέ διάφορα νησιά φτάνοντας μέχρι τήν Μυτιλήνη.

Ἡ Κοινότητα τῆς Σύμης στό μεταξύ τό 1777 γιά νά μήν χάνεται πολύτιμος χρόνος, μέ τήν συναίνεση τοῦ Νεοφύτου διόρισε ἐπίσης Ἡγούμενο τοῦ Πανορμίτη τόν μεγαλύτερο σέ ἡλικία ἀδελφό του ἱερομόναχο Κάλλιστο, ὁ ὁποῖος μέχρι τότε ἡγουμένευε στήν Μονή τοῦ Μεγάλου Σωτῆρος (Νερᾶς) τῆς Σύμης. Οἱ δύο ἀδελφοί καταβάλοντας κυριολεκτικά ὑπεράνθρωπους ἀγῶνες καί προσπάθειες, ὕψωσαν τά τείχη τοῦ φρουριακοῦ συγκροτήματος καί ἀνεκαίνισαν ἐκ βάθρων τό Καθολικό πού ὁλοκληρώθηκε τήν 23η Μαΐου τοῦ 1783 καί ἔκτοτε διά τῆς φοβερᾶς προστασίας τοῦ Ταξιάρχου, διασώζεται ἀλώβητο.

Γιά τόν σκοπό αὐτόν, προσκάλεσαν τόν Ρόδιο ἀρχιτέκτονα «μαστρ’ Ἀναστάση Καρναβᾶ», ὁ ὁποῖος ἀνέλαβε τήν μελέτη καί τήν προσωπική ἐπίβλεψη τῶν ἐργασιῶν τοῦ νέου Καθολικοῦ. Ὁ προγενέστερος Ναός μᾶλλον μικρότερος, πιό ἄκομψος τοῦ σημερινοῦ καί ἑτοιμόρροπος, δέν ἔγινε προσπάθεια νά ἀνακαινισθεῖ, παρά μόνο διατηρήθηκε ἕνα μικρό τμῆμα τῆς τοιχοποιΐας στήν βορειοανατολική πλευρά του, πού ἐνσωματώθηκε στήν κατασκευή τοῦ καινούργιου. Ἔτσι, στήν ἴδια θέση θεμελιώθηκε οὐσιαστικά ἐξ ἀρχῆς νέος Ναός, ἡ ἀρχιτεκτονική τοῦ ὁποίου προσέλαβε ἐπιρροές τῆς Γοτθικῆς τέχνης, σύνηθες φαινόμενο στά Δωδεκάνησα ἐκείνης τῆς ἐποχῆς, κατάλοιπο ἀπ’ τό πέρασμα τῶν Σταυροφόρων τῆς Δύσεως. Οἱ ἐξωτερικές διαστάσεις του εἶναι 18 Χ 8 περίπου μέτρα.

Τό μνημεῖο ἀκολουθεῖ τό ρυθμό τῆς μονόχωρης σταυρεπίστεγης Βασιλικῆς, μέ «νευρωτά» σταυροθόλια. Ἡ στέγη διαγράφει δύο τέτοια σταυροθόλια, τά ὁποῖα τέμνουν ἐγκάρσια τήν κεντρική καμάρα σχηματίζοντας ἐπάλληλους σταυρούς. Ἐσωτερικά αὐτά στηρίζονται σέ γοτθικά τόξα κι αὐτά μέ τήν σειρά τους σέ ἕξι παλαιοχριστιανικούς μονόλιθους κίονες, ἐντοιχισμένους κατά τό ἥμισυ. Δύο ἀπό τούς κίονες φέρουν ἄκομψες κεφαλαιογράμματες ἐπιγραφές.

Στήν ἐξωτερική βόρεια πλευρά τοῦ Ναοῦ, ὑπάρχει ἐξαιρετική βυζαντινή τοιχογραφία τοῦ Τιμίου Προδρόμου, πού κρατάει στό δεξί χέρι εἰλητάριο μέ τήν συνήθη ἐπιγραφή: «Μετανοεῖτε, ἤγγικε γάρ ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν». Ἡ εἰκόνα αὐτή, βρίσκεται στό τμῆμα ἐκεῖνο τῆς τοιχοποιΐας πού ἀνῆκε στόν προγενέστερο Ναό καί διατηρήθηκε καί στόν σημερινό. Ἐξωτερικά ἐπίσης, στό δεξί μέρος τῆς προσόψεως ὑπάρχει ἐντοιχισμένη μαρμαρόγλυπτη κτιτορική ἐπιγραφή, πού παρέχει πολύτιμες πληροφορίες γιά τήν ἀνέγερση τοῦ Ναοῦ καί ἀναφέρει τά ἑξῆς:

«ΚΑΤΑ ΤΟ ẠΨΠΓ (1783) ΜΑΙΟΥ ΚΓ΄ (23)

ΑΝΕΚΑΙΝΙΣΘΗ ΕΚ ΘΕΜΕΛΙΩΝ ΟΥΤΟΣ Ο ΘΕΙΟΣ ΚΑΙ ΠΑΝΣΕΠΤΟΣ ΝΑΟΣ ΤΟΥ ΑΡΧΑΓΓΕΛΟΥ ΜΙΧΑΗΛ ΠΑΝΕΡΜΙΩΤΟΥ ΣΥΝ ΠΑΣΗ ΤΗ ΟΙΚΟΔΟΜΗ ΤΟΥ ΜΟΝΑΣΤΗΡΙΟΥ ΔΙΑ ΣΥΝΔΡΟΜΗΣ ΚΑΙ ΕΞΟΔΩΝ ΠΑΝΤΩΝ ΤΩΝ ΑΠΑΝΤΑΧΟΥ ΕΥΛΟΓΗΜΕΝΩΝ ΧΡΙΣΤΙΑΝΩΝ. ΑΡΧΙΕΡΑΤΕΥΟΝΤΟΣ ΔΕ ΚΑΙ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΡΟΔΟΥ ΚΥΡ ΚΑΛΛΙΝΙΚΟΥ, ΗΓΟΥΜΕΝΕΥΟΝΤΩΝ ΤΕ ΚΑΛΛΙΣΤΟΥ ΚΑΙ ΝΕΟΦΥΤΟΥ ΤΩΝ ΙΕΡΟΜΟΝΑΧΩΝ, ΕΠΙΤΡΟΠΕΥΟΝΤΟΣ ΔΕ ΚΑΙ ΤΟΥ ΚΥΡ ΧΑΤΖΗ ΜΙΧΑΗΛ ΤΣΑΤΑΛΙΟΥ. ΑΡΧΙΤΕΚΤΩΝ ΔΕ ΩΝ ΜΑΣΤΡ’ ΑΝΑΣΤΑΣΗΣ ΚΑΡΝΑΒΑΣ ΡΟΔΙΟΣ.ΤΟΥΣ ΕΥΣΕΒΕΙΣ ΦΥΛΑΤΤΕ ΩΣ ΤΑΞΙΑΡΧΗΣ.ΤΟΥΣ ΕΝ ΘΑΛΑΣΣΗ, ΠΛΕΟΝΤΑΣ ΕΥΟΔΩΣΟΝ ΩΣ ΠΡΟΣΤΑΤΗΣ. ΤΟΥΣ ΕΝ ΝΟΣΟΙΣ ΙΑΣΕ. ΠΑΝΤΑΣ ΤΟΥΣ ΕΙΣΕΡΧΟΜΕΝΟΥΣ ΕΙΣ ΤΟΝ ΝΑΟΝ ΣΟΥ ΕΝΘΑΔΕ ΚΑΙ ΕΥΡΙΣΚΟΜΕΝΟΥΣ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΠΡΟΣΚΑΛΟΥΝΤΑΣ ΣΕ ΒΟΗΘΗΣΟΝ ΕΝ ΤΑΧΕΙ ΙΝΑ ΤΙΜΩΣΙ ΤΗΝ ΣΗΝ ΜΕΓΙΣΤΗΝ ΧΑΡΙΝ.»

Ἐσωτερικά ὁ Ναός τυγχάνει πληθωρικά κατάγραφος. Στίς πρῶτες ἀψίδες τῶν πλευρικῶν μακρῶν τοίχων εἰκονίζονται ἀντικρυστά οἱ εἰκοσιτέσσαροι οἶκοι τοῦ Ἀκαθίστου Ὕμνου, ἐνῶ ἀντίστοιχα ψηλότερα ἀπεικονίζεται ὁ Ψαλμός «Πᾶσα πνοή αἰνεσάτω τόν Κύριον» καί ὁ Θεομητορικός ὕμνος «Ἐπί Σοί Χαίρει…». Πάνω ἀπό τό ὑπέρθυρο τῆς κυρίας εἰσόδου, μεγαλειώδης ἀποτυπώνεται ἡ παράσταση τῆς «Ἑτοιμασίας τοῦ Θρόνου» ἤ πιό γνωστῆς ὡς Δευτέρας Παρουσίας. Στήν ὀροφή καί τά πλευρικά τῶν σταυροθολίων ὑπάρχει τό «Δωδεκάορτο». Στήν κατώτερη ζώνη εἰκονίζονται ἅγιοι, ἄνδρες καί γυναῖκες.

Στό ἐσώτερο τμῆμα ἐπίσης, στίς ἀψίδες τῶν πλευρικῶν μακρῶν τοίχων ἀποτυπώνονται ἀντικρυστά παραστάσεις θαυμάτων τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, στά ὁποῖα πρωταγωνιστεῖ ὁ Ἀρχάγγελος Μιχαήλ, ἐνῶ στά πλευρικά τῶν ἐκεῖ σταυροθολίων, ἀπεικονίζονται οἱ ἐμφανίσεις τοῦ Ἀναστάντος Χριστοῦ, ὅπως αὐτές περιγράφονται στά 11 Ἑωθινά Εὐαγγέλια. Ἰδιαίτερες εἶναι ἀκόμα οἱ παραστάσεις τῆς σφαγῆς τῶν νηπίων ὑπό τοῦ Ἡρώδου καί ἀκριβῶς ἀπέναντι ἡ μεγαλοπρεπής ἀπεικόνιση τῆς Θεοτόκου, ὡς Ζωοδόχου Πηγῆς.

Ἡ ἁγιογράφηση τῶν παραστάσεων αὐτῶν, πραγματοποιήθηκε τό ἔτος 1792 ἀπό τούς αὐτόχθονες ἁγιογράφους Ἱερομόναχο Νεόφυτο τόν Συμαῖο καί Κυριακό Καρακωστῆ. Τό συμπέρασμα αὐτό ἐξάγεται ἀπό τήν σαφῆ μαρτυρία τῆς ἐπιγραφῆς πού βρίσκεται στό ὑπέρθυρο τῆς εἰσόδου καί ἔχει ὡς ἑξῆς: «Ἀνιστορήθη οὗτος ὁ θεῖος καί πάνσεπτος Ναός τοῦ Ταξιάρχου Μιχαήλ τοῦ Πανερμιώτη διά συνδρομῆς Καλλίστου καί Νεοφύτου τῶν Ἱερομονάχων, δαπάνης δέ πάντων τῶν εὐσεβῶν Χριστιανῶν ἀρχιερατεύοντος τοῦ πανιεροτάτου ἁγίου Ρόδου κυρίου Καλλινήκου, ἐπιτροπεύοντος Βασιλείου προσκυνιτοῦ. Ἐν ἔτει σωτηρίῳ 1792. Κατά μήνα Ἰούλιον. Χείρ Νεοφύτου Ἱερομονάχου καί Κυριακοῦ τῶν ἀπό Σύμης». (sic)

Ὁ Ἱερομόναχος Νεόφυτος ἀποτελεῖ ἕναν ἐκ τῶν κορυφαίων Συμαίων ἁγιογράφων, ὁ ὁποῖος δραστηριοποιεῖται κατά τό β΄ ἥμισυ τοῦ 18ου αἰῶνα τόσον στήν ἰδιαιτέρα του πατρίδα, ὅσον καί στά ὑπόλοιπα Δωδεκάνησα. Τό 1781, λίγα χρόνια νωρίτερα ἀπό τήν ἁγιογράφιση τοῦ Πανορμίτη, ἔχει ἁγιογραφήσει τόν Ναό τῆς Παναγίας Ἐλεούσης στίς Καλυθιές τῆς Ρόδου, συνεχίζει μέ τήν Κοίμηση τῆς Θεοτόκου στό μικρό Χωριό τῆς Τήλου, ἐνῶ ἀρκετά χρόνια νωρίτερα εἶχε φιλοτεχνήσει Ναούς στήν Νίσυρο καί τήν Κάρπαθο. Μελετῶντας συγκριτικά τήν ἁγιογράφιση τῶν προαναφερομένων μνημείων, πιθανολογοῦμε ὅτι τήν χρονική στιγμή πού ἁγιογραφοῦσε τό Καθολικό τοῦ Πανορμίτη, βρίσκεται πρός τά τέλη τῆς ζωῆς του καί γιά τοῦτο συνεπικουρεῖται στήν ἐργασία του αὐτή ἀπό τόν ἐπίσης αὐτόχθονα Κυριακό Καρακωστῆ, πρᾶγμα πού δέν συνηθίζει στίς προηγούμενες δουλειές του. Τό ἀποτέλεσμα τῆς κοινῆς ἐργασίας τους, ἀποτελεῖ ἴσως τήν κορωνίδα καί ταυτόχρονα τό κύκνειο ἆσμα τῆς ἐν γένει καλλιτεχνικῆς δημιουργίας τοῦ Νεοφύτου.

Τά ἰδιαίτερα αὐτά καλλιτεχνικά δημιουργήματα, ἀπό τήν ἐποχή πού δημιουργήθηκαν καί μέχρι τῶν ἡμερῶν μας, ἀφέθηκαν στήν φθορά τοῦ χρόνου. Μέχρι τό ἔτος 2001, ἡ γενική κατάσταση τῶν τοιχογραφιῶν τοῦ Πανορμίτη ἦταν λίαν ἐπιεικῶς, ἀπογοητευτική καί ἀπαράδεκτη. Οἱ αἰῶνες πού μεσολάβησαν ἀπ’ τήν δημιουργία τους ἄφησαν πάνω τους χαρακτηριστικά σημάδια φθορᾶς, αἰθάλης καί λήθης. Πυκνό στρῶμα μαύρης καπνιᾶς ἔκρυβε τούς πνευματικούς αὐτούς θησαυρούς ἀπό τά μάτια τῶν πολυπληθῶν προσκυνητῶν καί στεροῦσε τήν δυνατότητα μυήσεως στό ἰδιότυπο Συμαϊκό ζωγραφικό ὕφος τοῦ Νεοφύτου.

Οἱ ἁρμόδιες Ὑπηρεσίες τοῦ Ὑπουργείου Πολιτισμοῦ τότε, ἀποστέλλοντας πεπειραμένους συντηρητές σέ μιά ὁμολογουμένως ἀξιέπαινη προσπάθεια ἐπί τέσσερα συναπτά ἔτη, κατόρθωσαν νά ὁλοκληρώσουν ἐπιτυχῶς τήν ἐπίπονη ἐργασία τοῦ καθαρισμοῦ καί ἐν μέρει τῆς αἰσθητικῆς ἀποκαταστάσεως τῶν εἰκονογραφικῶν θεμάτων.

Η ΙΕΡΑ ΕΙΚΟΝΑ

Ἡ ἐφέστια θαυματουργή ὑπερμεγέθης Εἰκόνα τοῦ Ταξιάρχου Μιχαήλ τοῦ Πανορμίτη, προκαλεῖ δέος καί κατάνυξη σέ κάθε εὐσεβῆ ψυχή. Βρίσκεται ἐντοιχισμένη στήν δεξιά ἐσωτερική πλευρά τοῦ Καθολικοῦ, δίπλα ἀπό τήν νοτία θύρα τοῦ Ἱεροῦ καί περιβάλλεται ἀπό ξυλόγλυπτο ἐπιχρυσωμένο εἰκονοστάσι. Πρόκειται γιά ξύλινη φορητή Εἰκόνα, ἡ ὁποία κατέχοντας ὑπερφυσικές διαστάσεις (2.20X1.30 m) ἐπισκοπεῖ καί λαμπρύνει τό χῶρο τοῦ Καθολικοῦ. Ἱστορικές πηγές καί γραπτές μαρτυρίες γιά τόν χρόνο κατασκευῆς καί τόν δημιουργό της, δυστυχῶς δέν σώζονται σήμερα καί ὡς ἐκ τούτου μόνο εἰκασίες μποροῦμε νά κάνουμε περί αὐτῶν.

Τό πιθανότερο εἶναι ὅτι κατασκευάστηκε ἴσως ἀπό τόν καταξιωμένο ἁγιογράφο Στελιανό Γενίτη τοῦ Ἰωάννου καταγόμενον ἀπό τόν Χάνδακα τῆς Κρήτης (σημερινό Ἡράκλειο). Ὁ Γενίτης πιθανολογεῖται πώς ἦρθε στήν Σύμη μετά τό ἔτος 1618 κατόπιν προσκλήσεως τῆς ἄλλης μεγάλης Μονῆς τοῦ νησιοῦ, αὐτῆς τοῦ Ρουκουνιώτη. Στήν Μονή αὐτή, κατασκεύασε τήν «λατρευτική» Εἰκόνα τοῦ Ταξιάρχου Μιχαήλ, καθώς καί μιά Εἰκόνα τῆς Φιλοξενίας τοῦ Ἀβραάμ. Τό πολύ σπουδαῖο στοιχεῖο εἶναι βέβαια, ὅτι καί στίς δύο ἐνυπογράφως διασώζει τό ὄνομά του. Ὁ Πρωτοπρεσβύτερος Σ. Καρανικόλας ἀναφέρει τά ἑξῆς: «Εἶναι δέ εἰκών τοῦ ἰδίου μεγέθους μέ τήν θαυματουργόν εἰκόνα τοῦ Ἀρχαγγέλου Μιχαήλ τήν εὑρισκομένην εἰς τό Καθολικόν τῆς μονῆς Πανορμίτου…. Ἐπειδή καί ἡ ὁμοιότης περί τήν ζωγραφικήν τέχνην μεταξύ τῶν δύο αὐτῶν εἰκόνων τῶν δύο τούτων Ἱερῶν Μονῶν εἶναι καταπληκτική, ἀγόμεθα εἰς τό συμπέρασμα ὅτι αὗται εἶναι ἔργα τοῦ ἰδίου ἁγιογράφου, ἡ ὑπογραφή τοῦ ὁποίου δέν ἀποκλείεται νά ὑπάρχῃ κάτωθι τῆς ἐπαργυρώσεως». Τήν ἄποψη τοῦ ἀειμνήστου Πρωτοπρεσβυτέρου, συμμερίζεται καί ὁ Συμαῖος θεολόγος Γεώργιος Ἀσκητής στήν σχετική μελέτη του γιά τήν Μονή Ρουκουνιώτη, «Ἡ ἐν Σύμῃ Ἱερά Σταυροπηγιακή καί Πατριαρχική Μονή Ἀρχαγγέλου Μιχαήλ τοῦ Ρουκουνιώτου». Τοῦτο δέν εἶναι ἀπίθανο νά ἰσχύει, διότι τήν ἴδια ἀκριβῶς περίοδο ἡ διαφορετικῆς μορφῆς Μονή τοῦ Πανορμίτη, εἶχε δική της ἀκμή καί δόξα. Ἔτσι θέλοντας νά «συναγωνισθεῖ» ἁμιλλωμένη εὐγενῶς τήν Μονή Ρουκουνιώτη, ἀνέθεσε ἴσως στόν ἴδιο ἁγιογράφο, τήν ἱστόρηση τῆς μεγάλης Εἰκόνας τοῦ Πανορμίτη.

Ἐπίσης, μιά ἐπιπλέον ἔνδειξη προκύπτει ἀπό τήν σύγκριση τῶν ὅσων μέχρι σήμερα γνωρίζουμε γιά τίς δύο αὐτές Εἰκόνες, πού οὔτε λίγο οὔτε πολύ ἐπιδεικνύουν «βίους παράλληλους». Κατ’ ἀρχήν εἶναι ἴσως οἱ παλαιότερες, μεγαλύτερες καί μοναδικές φορητές Εἰκόνες τοῦ Ἀρχαγγέλου Μιχαήλ πού ὑπάρχουν στή Σύμη καί ἔχουν φιλοτεχνηθεῖ σέ ξύλινη ἐπιφάνεια. Οἱ διαστάσεις τους εἶναι σχεδόν παρόμοιες, μέ μικρότερη αὐτή τοῦ Πανορμίτη. Ὁ Ἀρχάγγελος καί στίς δύο, εἰκονίζεται ὁλόσωμος, ἐπιβλητικός καί θριαμβευτής, ἔχοντας ἀποτυπωμένη στήν θεϊκή μορφή του οὐράνια γαλήνη καί ὑπερκόσμια γλυκύτητα. Κάτω ἀπ’ τά πόδια του κείτεται ἀνθρώπινο πτῶμα, τήν ψυχή τοῦ ὁποίου μέ μορφή βρέφους κρατᾶ, ὑπενθυμίζοντας ἔτσι τήν ἰδιότητά του ὡς ψυχοπομποῦ Ἀγγέλου. Στό δεξιό χέρι ὁ Ταξιάρχης ὡς δεῖγμα δυνάμεως καί τῆς παρά Θεοῦ ἐξουσίας Του, βαστᾶ δίστομο ξίφος.

Ἐπίσης ἡ ἐπαργύρωσή τους ἔγινε ἀποδεδειγμένα ἀπό τόν ἴδιο τεχνίτη. Αὐτή τοῦ Πανορμίτη προηγεῖται κατά μία δεκαετία. Τό χρονικό τῆς ἐπαργυρώσεως ἔχει ὡς ἑξῆς: Τό ἔτος 1724 ἡ Μονή τοῦ Πανορμίτη εὑρισκομένη σέ μεγάλη ἀκμή καί δόξα, καλεῖ πρώτη τόν διάσημο ἀργυροχρυσοχόο Ἰωάννη Πελοποννήσιο γιά νά ἐπαργυρώσει τήν μεγάλη Εἰκόνα τοῦ Ἀρχαγγέλου Μιχαήλ. Ὁ ξακουστός αὐτός τεχνίτης ἀνέλαβε πράγματι τό ἔργο καί μέ δαπάνες ὅλης τῆς κοινότητας τῆς Σύμης πολύ σύντομα τό ὁλοκλήρωσε, καταλίποντας στούς μεταγενεστέρους ἕνα δημιούργημα ὑψηλῆς καλλιτεχνικῆς καί θρησκευτικῆς ἀξίας. Οἱ σημαντικότατες αὐτές πληροφορίες μέ τήν μορφή ἰαμβικοῦ ἐπιγράμματος, διασώζονται σμιλεμένες στό ξίφος τοῦ Ταξιάρχη, καί ἐδῶ παραθέτουμε τό ἐπίγραμμα τοῦτο αὐτούσιο:

«Ζῶ ἐν τῷ ἄνω ποιοῦντα σε ἀρχέτη.

Ὤ τῆς Σύμης ἅπαντες δῶρα προσῆξαν

Ναυκράται, ἱερεῖς τε καί οἱ Κοινότης

Ἀργυράν προσάγουσι δ’ εἰκόνα τήν δε.

Σύ δ’ αὐτός περίσωζε τό οἴκημα

Τοῖς ἐμοῖς χρόνοις ἠξίωσ(α)ς ἰδεῖν με

Ὤ ἀρχηγέτα Κυρίου Ταξιάρχα

Ἀργυράν καί πάντιμον τήν σήν εἰκόνα

ὁ Νεόφυτος ἀρχιερεύς τῆς Ρόδου

Ἀλλ’ ὧ στρατηγέ τοῦ Θεοῦ τῶν ἁπάντων

Ψυχήν ἐμήν φύλαττε ὡς προ(τ)οστάτης

Καί γραμματοποιόν τοῦτον τόν θεῖον

Μέμνησθε πάντες Ἰωάννου Πελοπονήσου.

ΑΨΚΔ Μαρτίου ΙΘ΄». (sic)

Ἀπό τήν πολύτιμη αὐτή ἐπιγραφή, καθίσταται δυνατή ἡ ἐξακρίβωση τόσον τῆς ταυτότητος τοῦ δημιουργοῦ, ὅσον καί τῆς χρονολογίας κατασκευῆς τοῦ ἀσημένιου ἐπικαλύμματος. Ὁ Ἰωάννης Πελοποννήσιος, σύμφωνα μέ τήν σχετική μελέτη τῆς κ. Ἑλένης Ζαχαρίου-Μαμαλίγκα «Ἡ μεγάλη Εἰκόνα τοῦ Ἀρχαγγέλου Μιχαήλ τοῦ Ρουκουνιώτη στή Σύμη», δραστηριοποιήθηκε στήν περιοχή τοῦ νοτιοανατολικοῦ Αἰγαίου, ἀπό τό 1722 ἕως τό 1753. Ἄν κρίνουμε ἀπό τήν αἰσθητική του ἀντίληψη καί τήν ἰδιαίτερη ποιότητα τῶν ἔργων του, ὑπῆρξε κορυφαῖος μεταξύ τῶν ἀργυροχρυσοχόων τῆς ἐποχῆς του, πρᾶγμα πού ὁδήγησε τούς Μοναχούς τοῦ Πανορμίτη στήν ἐπιλογή του. Δέν γνωρίζουμε βέβαια τόν τόπο πού ὁ τεχνίτης αὐτός εἶχε ἐπιλέξει ὡς βάση του καί εἶχε ἐγκαταστήσει τό ἐργαστήριό του. Υἱοθετοῦμε ὅμως τήν ἄποψη περί Ρουκουνιώτη τῆς κ. Ἑλ. Ζαχαρίου-Μαμαλίγκα καί θεωροῦμε πώς ἰσχύει καί γιά τόν Πανορμίτη, ὅτι δηλ. λόγῳ τοῦ μεγάλου μεγέθους τῆς Εἰκόνας, ὁ Πελοποννήσιος θά ἐγκαταστάθηκε γιά ἕνα διάστημα στήν Σύμη, ὅπου μελετῶντας τό χῶρο τοῦ Ναοῦ, τόν φυσικό φωτισμό καί τά χαρακτηριστικά τῆς συγκεκριμένης ἐπιβλητικῆς Εἰκόνας, ἄρχισε τήν κατασκευή τῆς ἀργυρόχρυσης ἐπικάλυψης. Ἔχοντας πλούσια ἐμπειρία, ἀκριβῶς δέκα ἔτη ἀργότερα, δηλ. τό 1734 ἐπανέρχεται στήν Σύμη, ὅπου κατόπιν προσκλήσεως τῆς Μονῆς Ρουκουνιώτη, ἐπαργυρώνει τήν ἐφέστια ὁμώνυμη Εἰκόνα της.

Στήν περίπτωση τῆς Εἰκόνας τοῦ Πανορμίτη, ἡ ἀρχική μορφή γιά ἄγνωστο λόγο ὑπέστη καταστρεπτική καί ἴσως ἀνεπανόρθωτη φθορά, πού μέχρι σήμερα διαπιστώνει κανείς νά ὑφίσταται σέ τμῆμα τοῦ ἀκαλύπτου λαιμοῦ τοῦ Ταξιάρχου. Ἰδιαιτέρως κατατοπιστική γιά τήν γενεσιουργό αἰτία φθορᾶς τέτοιου εἴδους, εἶναι ἡ περιγραφή τῆς πανηγύρεως τοῦ Πανορμίτη τοῦ ἔτους 1901 ὑπό τοῦ Δ. Χαβιαρᾶ. Ἐξ αὐτῆς καθίσταται σαφής ἡ καταστροφική συνέπεια τῆς ἀφελοῦς συνήθειας τῶν προσκυνητῶν, νά ἐπικολλοῦν «ἐπί τοῦ προσώπου τοῦ Ἀρχιστρατήγου νομίσματα ἀργυρᾶ καί χρυσᾶ». Καί ἄν τοῦτο συνεχιζόταν καί τό 1901, ἀντιλαμβάνεται κανείς τί θά συνέβαινε ἐνωρίτερα…

Γιά νά ἐπουλωθεῖ ἡ φθορά τῆς Εἰκόνας, φαίνεται πώς δέν ἦταν δυνατόν. Ἔτσι, κάποιος ταλαντοῦχος ζωγράφος ἐκλήθη ἀπό τήν Μονή καί ἀνέλαβε νά ζωγραφίσει ἐξ ἀρχῆς ἕνα νέο πρόσωπο, μία καινούργια μορφή, πού θά ὑποκαθιστοῦσε τήν φθαρεῖσα πρωτότυπη. Ὅπως εἶναι γνωστόν ἄλλωστε, ἐκεῖνα τά χρόνια ἦταν ἀρκετά συνηθισμένη πρακτική οἱ ἐπιζωγραφίσεις τῶν παλαιοτέρων Εἰκόνων. Πολλοί ζωγράφοι διέρχονταν τά μέρη τῆς πατρίδας μας καί κάλυπταν τίς κατά τόπους ἀνάγκες, δημιουργῶντας νέα ἔργα, τίς περισσότερες φορές ὅμως εἰς βάρος τῶν προγενεστέρων. Στήν συγκεκριμένη περίπτωση, φαίνεται ὅτι καί ὁ ζωγράφος τοῦτος συμπεριλαμβάνεται μεταξύ αὐτῶν καί ἐάν κρίνουμε ἀπό τό ἀποτέλεσμα τῆς ἐργασίας του, ἀνάμεσά τους κατεῖχε ἰδιαίτερη θέση.

Ἡ τεχνοτροπία τῆς νέας μορφῆς τοῦ Ἀρχαγγέλου αὐτή τή φορά κατά τήν συνήθεια τῆς ἐποχῆς ἀκολούθησε δυτικά Ἀναγεννησιακά πρότυπα καί φιλοτεχνήθηκε μέ λάδι σέ μουσαμᾶ, ὁ ὁποῖος τοποθετήθηκε ἐπάνω τῆς ἀρχικῆς μορφῆς. Ἡ ἀκριβής χρονολογία τῆς ρηξικέλευθης τούτης παρεμβάσεως μᾶς εἶναι ἄγνωστη. Ἡ προσεκτική ὅμως παρατήρηση τοῦ καμβᾶ ἐπί τοῦ ὁποίου ζωγραφίστηκε ἡ σημερινή νεότερη μορφή τοῦ Ταξιάρχου καί ἰδιαιτέρως ὁ τρόπος προσαρμογῆς της, πιστοποιεῖ τήν τοποθέτησή της μετά τήν ἐπαργύρωση τῆς Εἰκόνας ἀπό τόν Πελοποννήσιο τό ἔτος 1724. Τό ἀργυρό φωτοστέφανο τοῦ Ταξιάρχου ἔχει ἀφαιρεθεῖ πρός στιγμήν ἀπό τήν ἀρχική του θέση, προφανῶς γιά νά τοποθετηθεῖ τό νέο δημιούργημα καί πάλι τοποθετήθηκε, πλήν ὅμως λίγο πιό ἀριστερά. Ἡ ἐλάχιστη αὐτή μετακίνηση, τεκμαίρεται ἀπό ὁρισμένες ὀπές τῶν στερεωτικῶν καρφιῶν του, πού παραμένουν ἀνοικτές μέχρι σήμερα. Ἀκόμη στό κενό πίσω ἀπ’ αὐτό, διακρίνεται τό ἐλαφρῶς φθαρμένο τελείωμα τοῦ μουσαμᾶ, ὁ ὁποῖος ἀκολουθεῖ τό σχῆμα καί τό μέγεθος τοῦ φωτοστεφάνου, ἀλλ’ ὅμως εἶναι ἐντελῶς ἀνεξάρτητος ἀπό τήν ὑπόλοιπη ξύλινη ἐπιφάνεια τῆς Εἰκόνας. Ἐπίσης εἶναι σαφῶς ὁρατό, ὅτι ὁ μουσαμᾶς μέ τήν ἐλαιογραφία τῆς μορφῆς τοῦ Ταξιάρχου, περιορίζεται μόνο στό ἄνοιγμα πού ἀφήνει ἡ ἀσημένια ἐπικάλυψη στήν περιοχή τοῦ προσώπου καί δέν ἐπεκτείνεται στό ἐλάχιστο κάτω ἀπ’ αὐτήν.

Ἐρωτήματα βεβαίως προκύπτουν πολλά καί δέν φιλοδοξοῦμε πώς μέ τήν παρουσίαση τῶν νέων αὐτῶν στοιχείων, θά ἀπαντηθοῦν ὅλα. Δέν μένει παρά εἰδικοί ἐπιστήμονες νά ἐξετάσουν μέ τίς σύγχρονες διαγνωστικές μεθόδους πού ἀφήνουν ἀνέπαφη τήν Εἰκόνα τό ὅλο ζήτημα, καί νά δώσουν ἔγκυρη καί ἀντικειμενική ἀπάντηση στό σημαντικότατο τοῦτο θέμα. Ὅπως καί νά ἔχει τό πρᾶγμα ὅμως, ἡ εὐσέβεια τοῦ Λαοῦ ἔχει γνωρίσει καί ἀποδεχθεῖ τόν Πανορμίτη μέ τήν γλυκύτατη αὐτή μορφή Του. Δι’ αὐτῆς πλήθη ἀνθρώπων ἑλκύονται καθημερινά στήν ἱστορική Μονή Του λαμβάνοντας ψυχική καί σωματική ἀνάπαυση, θάρρος καί δύναμη στόν ἀγῶνα τους γιά τήν ὑπερνίκηση τῶν ἀντιξοοτήτων τῆς πολυτάραχης αὐτῆς ζωῆς. Τέλος ἡ οὐράνια τούτη θωριά Του, ἐμπνέει καί ἐνισχύει κάθε φιλόθεη ψυχή στόν ὡραιότερο καί οὐσιαστικότερο τῶν ἀγώνων, ἔπαθλο τοῦ ὁποίου εἶναι ἡ μετοχή τοῦ νικητῆ στό ἄκτιστο καί αἰώνιο φῶς τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ.

ΤΟ ΤΕΜΠΛΟ

Ἀναμφισβήτητα τό σημαντικότερο πρᾶγμα μετά τήν ὁλόσωμη Εἰκόνα τοῦ Ἀρχαγγέλου πού θαυμάζει ὁ προσκυνητής μέσα στό Καθολικό τῆς Μονῆς τοῦ Πανορμίτη, εἶναι τό ἐκπληκτικῆς τέχνης ξυλόγλυπτο τέμπλο του. Στά μεταβυζαντινά χρόνια, τά συνηθιζόμενα τέμπλα εἶναι ξυλόγλυπτα καί ἐμφανίζουν καθ’ ὕψος τριμερῆ διαίρεση. Χαρακτηριστικά δείγματα τέμπλων τοῦ 18ου αἰ. ἀποτελοῦν ἐκτός αὐτοῦ τῆς Μονῆς μας, τοῦ Ἁγ. Ἰωάννη τῆς Πάτμου, τοῦ Ταξιάρχου τοῦ Θαρρίου τῆς Ρόδου, τοῦ Ἁγίου Ὄρους κ.τ.λ. Ἡ κατασκευή ἑνός τέμπλου, ἦταν μιά ὁλόκληρη τελετουργία. Σέ τέτοια μνημεῖα μάλιστα ἰδιαίτερης θρησκευτικῆς ἀξίας, φρόντιζαν νά ἐπιλέγουν τούς καλλίτερους τεχνίτες τῆς ἐποχῆς, μέ ἀποτέλεσμα τήν δημιουργία ἀπαράμιλλων ἔργων τέχνης. Ὡς τόσο παρ’ ὅλη τήν σπουδαιότητα τῶν δημιουργημάτων αὐτῶν, σήμερα δέν γνωρίζουμε σχεδόν τίποτα γιά τούς δημιουργούς ἐκείνης τῆς σημαντικῆς περιόδου στά Δωδεκάνησα.

Ἡ περίπτωση τοῦ Πανορμίτη ὅμως ἀποτελεῖ ἴσως τήν μοναδική ἐξαίρεση, ἀφοῦ ἀρκετά σημαντικά στοιχεῖα περί τοῦ τέμπλου του, μαρτυροῦνται σ’ ἕνα χειρόγραφο, πού μέχρι σήμερα διασώζεται στό Ἀρχεῖο τῆς Μονῆς. Πρόκειται γιά ἕνα συμφωνητικό-ἐξοφλητικό ἔγγραφο γραμμένο στήν Κῶ τό 1788, τό ὁποῖο συνέταξε ὁ ξυλογλύπτης «μαστρο-Δράκος Ταλιαδοῦρος». Ὅπως συμπεραίνεται σαφέστατα ἀπό τό κείμενο τοῦ ἐγγράφου, ὁ Ταλιαδοῦρος εἶναι ὁ δημιουργός τοῦ ἀριστουργήματος αὐτοῦ καί πλέον εὑρισκόμενος σέ μεγάλη ἡλικία, ἐγγίζει στό τέλος τῆς ζωῆς του. Μέχρι τήν στιγμή ἐκείνη ἔχει ὁλοκληρώσει τό τέμπλο, ὄχι ὅμως καί τό εἰκονοστάσιο τῆς ἐφέστιας Ἱερᾶς Εἰκόνας τοῦ Ἀρχαγγέλου μετά τῶν ὑπολοίπων ἐπίπλων τοῦ Ναοῦ.

Τά συμπεράσματα πού προκύπτουν ἐξ αὐτοῦ τοῦ ἐξοφλητικοῦ, εἶναι πολύ σημαντικά. Τό σπουδαιότερο, ὅτι τό τέμπλο τόν Φεβρουάριο τοῦ 1788 εἶχε ὁλοκληρωθεῖ, ἀφοῦ ὅπως πιθανολογοῦμε ἄρχισε νά κατασκευάζεται ταυτόχρονα μέ τόν Ναό. Ἐπίσης τό πιθανότερο εἶναι, ὁ «μαστρο-Δράκος» νά μήν πρόλαβε νά κατασκευάσει τά ὑπόλοιπα ξυλόγλυπτα πού ὑπάρχουν σήμερα στόν Ναό, τήν κατασκευή τῶν ὁποίων πραγματοποίησε ἄλλος τεχνίτης ἀμέσως μετά. Μιά προσεκτική ματιά ἀρκεῖ ἄλλωστε, γιά νά ἐντοπίσει κανείς τίς σημαντικές διαφορές πού ὑπάρχουν μεταξύ αὐτῶν καί τοῦ τέμπλου.

Μέ βάση τά ἀνωτέρω ὑποθέτουμε τό πῶς περίπου ἐξελίχθηκαν τά γεγονότα: Τό ἔτος 1776 ἔχουν ἀρχίσει οἱ ἐργασίες τῆς ἀνεγέρσεως τοῦ νέου Καθολικοῦ. Στήν πορεία ὁλοκληρώσεως τοῦ ἔργου, οἱ νεότεροι κτίτορες καί ἀνακαινιστές τῆς Μονῆς ἀδελφοί Νεόφυτος καί Κάλλιστος, προβληματίζονται ἔντονα γιά τήν σημαντική κατασκευή τοῦ Τέμπλου. Ἔτσι λοιπόν κατόπιν ἐνδελεχοῦς ἔρευνας καί ἐξετάσεως, ὁδηγοῦνται στήν ἐπιλογή τοῦ ξακουστοῦ ξυλογλύπτη ἀπό τήν γειτονική Κῶ, τοῦ Μαστρο-δράκου Ταλιαδούρου. Ὁ ἐν λόγῳ τεχνίτης, εἰκάζεται ὅτι ἀρκετά χρόνια πρίν, ἐδραστηριοποιεῖτο σέ παρόμοιες κατασκευές Ἐκκλησιῶν τῆς Ρόδου. Ἡ παράδοση μάλιστα διασώζει, ὅτι νωρίτερα ὁ ἴδιος μέ τό συνεργεῖο του, εἶχε κατασκευάσει τό τέμπλο τοῦ Ναοῦ τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου τῆς Ἰαλυσοῦ στήν Ρόδο, τό ὁποῖο ὁμολογουμένως, ἔχει καταπληκτική ὁμοιότητα μέ αὐτό τοῦ Πανορμίτη.

Οἱ Συμαῖοι Ἱερομόναχοι λοιπόν, καλοῦν τόν ἔμπειρο αὐτόν τεχνίτη, ὁ ὁποῖος προφανῶς ἐγκατεστάθη στήν Μονή ἐπί ἕνα διάστημα καί ἐπικεφαλῆς συνεργείου, δημιουργεῖ τό ξυλόγλυπτο αὐτό ἀριστούργημα. Τό τέμπλο εἶναι ἐπηρεασμένο ἀπό τό ὕφος τοῦ μπαρόκ καί φέρει βαθύ ἔξεργο σκάλισμα τῶν διακοσμητικῶν του. Εἶναι τριμερές καί ἔχει τρεῖς θῦρες: Ὡραία Πύλη καί λοιπές δύο (βορεία καί νοτία). Τά θωράκια δέν φέρουν ξυλόγλυπτη διακόσμηση, παρά μόνο εἰκόνες τῶν τεσσάρων Εὐαγγελιστῶν. Οἱ κίονες ἔχουν τονισθεῖ μέ στριφτό περίτεχνο διάκοσμο, ἐνῶ πάνω ἀπό τίς Δεσποτικές Εἰκόνες ὑπάρχουν διάτρητα τόξα. Τό ἄνω τμῆμα του εἶναι ἐπικλινές πρός τό ἔδαφος καί στολίζεται τόσο μέ τίς Εἰκόνες τοῦ Δωδεκάορτου, ὅσον καί μέ τήν ἐπίστεψη τῶν «λυπηρῶν». Τά βημόθυρα τῆς Ὡραίας Πύλης διασώζονται ἀλώβητα, καί στό κάτω μέρος τους διαγράφουν ὀχτώ τόξα, ἐντός τῶν ὁποίων ἔχουν ἁγιογραφηθεῖ μορφές ἀποστόλων, καθώς καί ἡ συνήθης παράσταση τοῦ Εὐαγγελισμοῦ τῆς Θεοτόκου.

Στήν θέση δεξιά τοῦ Χριστοῦ, τοποθετήθηκε τότε μιά Εἰκόνα τοῦ Προδρόμου, ἀναγεννησιακῆς τεχνοτροπίας, ἡ ὁποία σήμερα φυλάσσεται στό Ἐκκλησιαστικό Μουσεῖο τῆς Μονῆς. Ἀριστερά τῆς Θεοτόκου, κρίνοντας μέ βάση τήν ταύτιση τῶν διαστάσεων καί τήν γενικότερη στάση τῶν προσώπων, εἰκάζουμε ὅτι τοποθετήθηκε ἡ Εἰκόνα τῶν Ἱεραρχῶν Νικολάου καί Χρυσοστόμου, ἡ ὁποία ὁμοίως ἐκτίθεται στό Ἐκκλησιαστικό Μουσεῖο. Στήν βορεία Πύλη ἱστορήθη ὁ Ἀρχαγγέλος Ραφαήλ, ὅπου ἔκτοτε παραμένει. Ἡ νοτία Πύλη σήμερα εἶναι ἐπιζωγραφισμένη καί καλύπτεται μέ Ἱεράρχες πού εἶναι ζωγραφισμένοι σέ μουσαμᾶ προσαρμοσμένο στήν ξύλινη ἐπιφάνεια, καλύπτοντας τήν ἀρχική παράσταση τῆς θύρας.

Τό ἔτος 1967 ἡ Μονή θέλοντας νά ἀποκαταστήσει τήν ἀταξία στήν ἁγιοκατάταξη τῶν Εἰκόνων τοῦ Τέμπλου, μερίμνησε γιά τήν κατασκευή νέων Εἰκόνων Βυζαντινῆς τέχνης. Ἔτσι ἀπευθύνθηκε στό εἰκονογραφικό ἐργαστήριο τῆς Ἱ. Μονῆς Εὐαγγελισμοῦ Πάτμου καί στήν καταξιωμένη ἁγιογράφο Μοναχή Ὀλυμπιάδα, μαθήτρια τοῦ μεγάλου Φώτη Κόντογλου. Ὁ ἔξοχος χρωστήρας τῆς Ὀλυμπιάδος, ἱστόρησε μοναδικά τόν Τίμιο Πρόδρομο, πού πῆρε τήν συνήθη του θέση δίπλα στόν Μέγα Ἀρχιερέα. Δίπλα στήν Ἔνθρονο Θεοτόκο, τοποθετήθηκε ἡ Πεντηκοστή, ἀφοῦ ἀπό τήν ἐνσωμάτωση τῶν Δωδεκανήσων καί ἐντεῦθεν, ἡ Μονή καθιέρωσε γιά ἐθνικούς λόγους ὡς δευτέρα της Πανήγυρη τήν ἡμέρα αὐτή.

Η ΜΕΓΑΛΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΜΟΝΗΣ

Σέ κάθε Μοναστήρι συνήθως ἀπέναντι ἀπό τό Καθολικό, βρίσκεται ἡ Τράπεζα, γιά νά δείχνει τήν ἱεράρχηση τῶν ὑλικῶν ἀγαθῶν. Ὁ ἄνθρωπος δέν ἀποτελεῖται μόνον ἀπό ψυχή ἀλλά καί ἀπό σῶμα πού πρέπει νά τραφεῖ. Ἡ τροφή εἶναι ἀπαραίτητη γιά τόν ἀνθρώπινο ὀργανισμό. Τόν στηρίζει καί τόν ἐνισχύει, προκειμένου νά μπορεῖ νά ἀγωνίζεται καί ἐν σώματι τόν καλόν ἀγῶνα. Προηγεῖται ἡ Θεία Λειτουργία δηλ. ἡ πνευματική οὐράνια Τράπεζα πού τρέφει τήν ψυχή κι ἀκολουθεῖ ἡ ὑλική Τράπεζα. Ἔτσι ἱκανοποιοῦνται ἱεραρχικά οἱ βασικές ἀνάγκες τῆς ἀνθρώπινης ζωῆς.

Στήν περίπτωση τοῦ Πανορμίτη λόγῳ πρακτικῶν δυσκολιῶν, ἡ Τράπεζα οἰκοδομήθηκε πίσω ἀπό τό Καθολικό, στήν Ἀνατολική πλευρά τοῦ Μοναστηριακοῦ συγκροτήματος καί συγκεκριμένα στόν πρῶτο ὄροφο. Ἡ Τράπεζα χαρακτηρίζεται ὡς «μεγάλη» κι ὁ χαρακτηρισμός αὐτός ἀνταποκρίνεται ἀπολύτως στίς τεράστιες διαστάσεις πού προσέλαβε κατά τήν ἀνοικοδόμησή της, πού πραγματοποιήθηκε τό 1787, ἀπό τόν γνωστό Ρόδιο ἀρχιτέκτονα, Ἀναστάσιο Καρναβᾶ, ὁ ὁποῖος οἰκοδόμησε καί τό Καθολικό, ἐπί Ἡγουμενείας τοῦ Νεοφύτου τοῦ Α΄.

Ὁ συγκεκριμένος χῶρος ἔχει δυνατότητα φιλοξενίας τριακοσίων ἀνθρώπων καί ἐκτός ἀπό τραπεζαρία, πολλές φορές χρησιμεύει ὡς συνεδριακό κέντρο, ὅπου κατά τό παρελθόν ἔχουν λάβει χῶρα ἀξιόλογες πνευματικές, ἀλλά καί καλλιτεχνικές ἐκδηλώσεις. Ἡ αἴθουσα διαμορφώνεται σέ δύο ἀνισόπεδους χώρους, ἐκ τῶν ὁποίων ὁ πρῶτος καί μεγαλύτερος, εἶναι ὁ κύριος χῶρος τῆς παρατάξεως τῶν τραπεζιῶν. Στό δεύτερο καί ψηλότερο ἐπίπεδο βρίσκεται τό «Ὑπερῶον», συνέχεια τοῦ ὁποίου ἀποτελεῖ τό Παρεκκλήσιο τοῦ Τιμίου Προδρόμου.

Μέ πρωτοβουλία, φροντίδα καί προσωπική ἐπιμέλεια τοῦ μακαριστοῦ Ἡγουμένου Γαβριήλ Μαργαρίτη, τό ἔτος 1995 πραγματοποιήθηκε ἀνακαίνιση ὅλου τοῦ χώρου, ὁ ὁποῖος διακοσμήθηκε μέ βυζαντινότροπες μεγάλων διαστάσεων τοιχογραφίες τῆς Γεννήσεως καί τῆς Βαπτίσεως τοῦ Χριστοῦ, ἔργα Μοναζουσῶν τῆς Καλύμνου. Στήν συνέχεια τοποθετήθηκαν μεγάλες Εἰκόνες τοῦ Δωδεκάορτου κατά μῆκος τῶν μακρῶν πλευρῶν τῆς τεράστιας αὐτῆς αἰθούσης πού ἔδωσαν μεγαλοπρεπή ὄψη στόν χῶρο καί ἀνέδειξαν τήν ἱερότητά του.

Ἡ χαρακτηριστικότερη συνεστίαση τῆς μεγάλης Τράπεζας, εἶναι ἡ παράθεση τοῦ ἑορταστικοῦ γεύματος τήν ἡμέρα τῆς Πανηγύρεως τῆς Μονῆς τήν 8η Νοεμβρίου κάθε ἔτους. Εὐθύς μετά τήν ἀπόλυση τῆς Θ. Λειτουργίας καί ἕως ἀργά τό ἀπόγευμα, προσέρχονται χιλιάδες προσκυνητές οἱ ὁποῖοι μετέχουν στήν Τράπεζα ἀγάπης, πού προσφέρει ὡς εὐλογία ἡ Μονή ἀνεξαιρέτως σ’ ὅλους τούς παρευρισκόμενους. Τά τελευταῖα χρόνια συνήθως ὁ ἀριθμός τῶν συνδαιτυμόνων ἀνέρχεται γύρω στούς τρεῖς χιλιάδες. Σ’ αὐτό τό σημεῖο δέν πρέπει νά παραλειφθεῖ πώς ὅλη τούτη τήν κοπιαστική καί πολυήμερη ἐργασία τῆς προετοιμασίας τόσων μερίδων καλομαγειρεμένου φαγητοῦ, προσφέρουν ἀφιλοκερδῶς ἐθελοντές μάγειροι, ἐκ τῶν ὁποίων ὁρισμένοι ἔρχονται γιά τοῦτο τό τάξιμο, ἀκόμη κι ἀπ’ τό ἐξωτερικό!

Η ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ

Τρανή ἀπόδειξη τῆς τεράστιας πνευματικῆς καί διαχρονικῆς προσφορᾶς τῆς Μονῆς στό νησί ἀλλά καί εὑρύτερα, ἀποτελεῖ σήμερα μεταξύ ἄλλων ἡ διασωθεῖσα Βιβλιοθήκη της. Οἱ χρηματίσαντες κατά καιρούς λόγιοι Ἡγούμενοι ὡς πνευματικοί ἡγέτες καί διδάσκαλοι, ἀποθησαύρισαν σ’ αὐτή πλῆθος ἐκλεκτῶν βιβλίων καί σπανίων ἐκδόσεων ποικίλου περιεχομένου, τά ὁποῖα χρησιμοποιοῦσαν ὡς πηγές γνώσεως καί ἐργαλεῖα μαθήσεως. Θά ᾿ταν παράλειψη νά μήν ἀναφερθοῦν τά ὀνόματα τῶν Ἡγουμένων Ἡσαΐα ἐκ Καρπάθου, Νικάνδρου Φιλαδέλφου, Ἰγνατίου, Ἰεροθέου Φωτιάδη καθώς καί τῶν Συμαίων κληρικῶν Νεοφύτου Φασουλάρη, Νικηφόρου Νικολαΐδη κ.λ. Ἔτσι σήμερα στήν Βιβλιοθήκη τῆς Μονῆς, διασώζεται μιά μεγάλη συλλογή ἀξιόλογων παλαιῶν καί νέων Βιβλίων, πού ὑπερβαίνουν τούς ὀκτώ χιλιάδες τόμους. Τά βιβλία στήν συντριπτική τους πλειοψηφία εἶναι παλαίτυπα καί τά παλαιότερα ἐξ αὐτῶν χρονολογοῦνται ἀπό τά μέσα τοῦ 17 αἰ. καί ἐντεῦθεν. Ἐνδιαφέρον εἶναι, ὅτι αὐτά τυπώθηκαν κυρίως σέ Ἐκδοτικούς Οἴκους ἐκτός τοῦ Ἑλληνικοῦ γεωγραφικοῦ χώρου καί συγκεκριμένα στήν Βενετία, τήν Μόσχα, τήν Ὀδησσό, τήν Λειψία, τήν Κωνσταντινούπολη, ἀλλά καί στό Τυπογραφεῖο τοῦ Νικολάου Γλυκέως στά Ἰωάννινα.

Ἡ εὑρύτητα τῶν θεμάτων πού περιλαμβάνουν οἱ τόμοι, ἀκόμη καί στίς μέρες μας εἶναι ἐντυπωσιακή. Ὁ κύριος ὄγκος σχετίζεται βέβαια μέ θεολογικές μελέτες Ἐκκλησιαστικῶν Πατέρων καί συγγραφέων, ἀκολουθοῦν ὁλόκληρες σειρές ἀρχαίας καί νεότερης Ἑλληνικῆς Γραμματείας, ἔργα ἱστορικά, μαθήματα ἄλγεβρας, γεωμετρίας, ἰατρικές ἐκδόσεις, κ. ἄ. Εἶναι ἐπίσης ἀξιοσημείωτο ὅτι πολλές ἐκδόσεις καί μάλιστα μή Ἐκκλησιαστικές, ἔχουν τυπωθεῖ μέ δαπάνες καί μέριμνες ἐξεχόντων λογίων κληρικῶν, ὅπως συμβαίνει γιά παράδειγμα μέ τήν σειρά «Στοιχείων Μαθηματικῶν ἐκ παλαιῶν καί νεωτέρων», τά ὁποῖα ἐξέδωσε ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀστραχανίου Νικηφόρος τό 1799 στή Μόσχα. Κάθε νοήμων καί καλοπροαίρετος ἄνθρωπος, σκεπτόμενος ἀνεπηρέαστα, κατανοεῖ πώς ὅλοι τούτοι οἱ πνευματικοί θησαυροί ἀπερρόφησαν κόπους, θυσίες καί φυσικά ἀρκετά δυσεύρετα χρήματα, γιά νά φτάσουν στό ἀκριτικό τοῦτο θαλασσόβρεκτο Μοναστήρι. Καί εἶναι βέβαια προφανές ὅτι στόχος τῶν Μοναχῶν του, δέν ἦταν ἡ διακόσμηση μερικῶν ραφιῶν μέ βιβλία μουσειακῆς ἀξίας, ἀλλά ἡ χρήση τους μέ ἀπώτερο σκοπό τήν πρόσκτηση πολύτιμης γνώσεως ἀπό τούς ὑποδούλους Ἕλληνες. Γνώση τῆς ἔνδοξης ἱστορίας τοῦ Ἔθνους τους καί πνευματική ἀγωγή ἀπό τά ἀστείρευτα νάματα τῆς Ἐκκλησιαστικῆς Πατερικῆς Γραμματολογίας. Οἱ ἀνυπέρβλητες αὐτές ἀξίες καλλιεργήθηκαν ὑπέρμετρα στά Μοναστήρια μας καί ὁδήγησαν στήν ἄνοιξη τῆς ἐθνικῆς μας παλιγγενεσίας. Τούτη ἀκριβῶς τήν ἀλήθεια, καθιστοῦν γιά μιά φορά ἀκόμα αὐταπόδεικτη κι ἐδῶ, οἱ ἀτελείωτες σειρές τῶν παλαιτύπων αὐτῶν βιβλίων τοῦ Ἀρχαγγελικοῦ Μοναστηριοῦ μας.

Ὁ σημερινός χῶρος τῆς Βιβλιοθήκης, διαμορφώθηκε τό ἔτος 1987 ὅταν ὁ Ἡγούμενος Γαβριήλ, θέλοντας νά ἀσφαλίσει καί νά διαφυλάξει τούς πνευματικούς αὐτούς θησαυρούς τῆς Μονῆς, ἑνοποίησε τέσσερα συνολικά Κελλιά ἐπάνω τοῦ Παρεκκλησίου τοῦ Εὐαγγελισμοῦ. Ἐν συνεχείᾳ κατασκευάστηκαν σ’ αὐτά δεκάδες προθῆκες καί τοποθετήθηκαν ἐκεῖ τά Βιβλία, πού μέχρι τότε βρίσκονταν διασκορπισμένα σέ διάφορους ἄλλους χώρους. Θά ᾿ταν παράλειψη νά μήν ἀναφερθεῖ ὅτι ὁ Γέροντας ὀλίγον πρό τῆς ἐκδημίας του, ἀφιέρωσε τήν μικρή προσωπική του Βιβλιοθήκη στήν Μονή, συνεχίζοντας ἔτσι τήν μακραίωνη παράδοση, τῶν ἐπιφανῶν προκατόχων του.

ΤΟ ΚΩΔΩΝΟΣΤΑΣΙΟ

Ἀναμφίβολα τήν ὅλη ἐπιβλητική εἰκόνα τῆς Μονῆς, συμπληρώνει τό μοναδικό πανύψηλο Καμπαναριό της, ἡ ἀνέγερση τοῦ ὁποίου ἄρχισε τό 1905 καί ὁλοκληρώθηκε τό 1911. Ἡ κατασκευή του ἔβαλε τήν τελευταία πινελιά στόν πανέμορφο ζωγραφικό πίνακα τοῦ κτιριακοῦ συγκροτήματος τῆς Μονῆς καί διαμόρφωσε ὁριστικά τήν ὄψη τῆς ἐντυπωσιακῆς κεντρικῆς Πύλης. Πλέον ἡ κυρία πρόσβαση στό ἐσωτερικό τοῦ Πανορμίτη, γίνεται ἀπό τήν πλευρά τῆς θάλασσας, κατ’ ἐξοχήν σημεῖο ἀφίξεως τῶν πιστῶν πού καταφθάνουν ἀκτοπλοϊκῶς στό Μοναστήρι.

Κατά τήν περίοδο τῆς μεγαλειώδους αὐτῆς κατασκευῆς, Ἡγούμενος τῆς Μονῆς ἦταν ὁ ἀκάματος Ἀρχιμανδρίτης Ἰγνάτιος Ἀγγελινίδης πού καταγόταν ἀπό τήν Ἀστυπάλαια. Τήν ἀρχιτεκτονική μελέτη ἐκπόνησε ὁ Συμαῖος Γεώργιος Χατζησταυρίδης ἤ Χατζησταυριός καί στίς οἰκοδομικές ἐργασίες δούλεψαν φιλότιμα οἱ πολυπληθεῖς ἐκεῖνα τά χρόνια, ἐργάτες τῆς Μονῆς. Τό βασικό δομικό ὑλικό ἦταν ἡ ντόπια πέτρα τοῦ νησιοῦ, πού ἀνήκει στά ἀσβεστολιθικά πετρώματα καί μεταφέρθηκε ἀπό κοντινό στήν Μονή ἀκρωτήριο. Γιά τήν ὑπέρβαση τῶν φοβερῶν δυσκολιῶν τῆς μεταφορᾶς της, διασώζεται καί σχετική διήγηση πού καταγράφεται στά θαύματα τοῦ Ἀρχαγγέλου.

Ὁ ρυθμός τοῦ καμπαναριοῦ σύμφωνα μέ τούς εἰδικούς εἶναι ἀνάμεικτος, Μπαρόκ καί Ἀναγεννήσεως. Εἰδικότερα τό μνημεῖο συνδυάζει ὄγκο πού ἐκτινάζεται σέ μεγάλο ὕψος (περίπου 20 μ.), τόξα, ἀετώματα ἀλλά καί πλούσιο κεραμικό διάκοσμο, πού προβάλει καί τονίζει τήν ὁποιαδήποτε λεπτομέρεια. Τήν διακόσμηση συνθέτουν ἐκατοντάδες ἀκροκέραμα, πολυάριθμοι ρόδακες, ταινίες, προσωπίδες, μαίανδροι, ἀετοί κ. ἄ. Τά δέ ἐπιχρίσματα καί τήν κεραμική διακόσμηση, ἐπιμελήθηκε ὁ Μοναχός Ματθαῖος (Καραμολέγκος) πού καταγόταν ἀπό τήν Σαντορίνη. Ἐπάνω ἀκριβῶς ἀπό τήν Πύλη τῆς Μονῆς, ἐντοιχισμένο στήν πρόσοψη τοῦ Κωδωνοστασίου, βρίσκεται ἕνα μεγάλο ἀνάγλυφο λιοντάρι κατάλοιπο ἀπό τήν ἐποχή τῆς Βενετοκρατίας. Γιά τό σκοπό τῆς ἀνεγέρσεως διέθεσαν μεγάλα χρηματικά ποσά ὁ Ὑδραῖος πλοιοκτήτης Πάνος Τρέκας, ὁ Σπετσιώτης Ἀθανάσιος Μαρουλάκης καθώς καί ἄλλοι ἀνώνυμοι δωρητές.

Πολλοί μελετητές θεωροῦν πώς τό καμπαναριό τοῦ Πανορμίτη, ἀποτελεῖ ἀντιγραφή ἐκείνου τῆς Λαύρας Ζαγκόρσκ, πού βρίσκεται λίγο ἔξω ἀπό τή Μόσχα. Ἄλλοι θεωροῦν ὅτι ἀντιγράφει τό καμπαναριό τῆς Ἁγίας Φωτεινῆς στή Σμύρνη. Συγκριτικά ὅμως φαίνεται ὅτι μοιάζει πολύ μέ αὐτό τῆς Λαύρας Ζαγκόρσκ.

Τό κωδωνοστάσιο σήμερα ἀριθμεῖ συνολικά πέντε καμπάνες, ἐκ τῶν ὁποίων οἱ τρεῖς παλαιότερες προέρχονται ἀπό τήν Ρωσία. Ἡ μεγαλύτερη καί πλέον βαρύτονη ἐξ αὐτῶν, ζυγίζει χίλια διακόσια κιλά καί εἶναι ἀφιέρωμα τοῦ Ὑδραίου Πάνου Τρέκα. Ἡ τέταρτη εἶναι κατασκευασμένη στό ἐργοστάσιο «Ἀν. Ἀναστασιάδη» στή Σύμη. Ἡ πέμπτη ζυγίζει πεντακόσια κιλά, εἶναι ἀφιέρωμα τοῦ Ἡγουμένου Γαβριήλ καί ἔχει κατασκευασθεῖ τό 1992 στόν Πειραιά στό ἐργοστάσιο τῶν «Ἀ/φῶν Τσιτούρα».

Ὁ ἀρχιτέκτονας Δημ. Βασιλειάδης κατά τήν δεκαετία τοῦ 1970 μελετῶντας τό ἀρχιτεκτονικό ὕφος τοῦ Ἑλληνικοῦ χώρου, ἐπισκέφθηκε τήν Μονή καί ἀναφερόμενος στό καμπαναριό της γράφει μέ γλαφυρότητα: «Τό καμπαναριό πανύψηλο τινάζεται στήν εἴσοδο τοῦ Μοναστηριοῦ. Μπαρόκ καί ἀναγέννηση ἰσοζυγιάζονται ἀπάνω του˙ ὀξύτατη dominente τοῦ Μοναστηριοῦ, τοῦ τοπίου, τοῦ κόρφου, κέντρο καί ἐπίκεντρο μιᾶς εἰρήνης ἀπό θάλασσα καί πεῦκο καί μιᾶς ἰαχῆς ἀπό ἄνεμο».

ΤΟ ΥΔΡΑΪΚΟ

Ἡ αἴθουσα τοῦ «Ὑδραϊκοῦ» βρίσκεται στήν βόρεια πτέρυγα τῆς Μονῆς πού ἀποτελεῖ τήν πρόσοψή της πρός τόν μαγευτικό ὅρμο μέ τόν προβλήτα. Τό «Ὑδραϊκό» δέν εἶναι ἄλλο παρά τό Ἀρχονταρίκι, δηλ. ὁ χῶρος ὑποδοχῆς τῶν προσκυνητῶν τοῦ Πανορμίτη. Πρόκειται γιά μιά εὐρύχωρη φωτεινή αἴθουσα μέ ξυλόγλυπτα παραδοσιακά ἔπιπλα, διακοσμημένη μέ προσωπογραφίες ὁρισμένων ἐκ τῶν παλαιῶν Ἡγουμένων τῆς Μονῆς. Οἰκοδομήθηκε ταυτόχρονα μέ τό Καθολικό τό ἔτος 1783 καί ὀνομάζεται ἔτσι, γιατί τά ἔξοδα τῆς ἀνεγέρσεως διέθεσε ὁ Ὑδραῖος πλοίαρχος Παντελής Ζώρζης. Ἡ αὐθεντική αὐτή μαρτυρία προέρχεται ἀπό τήν ἐντοιχισμένη κτιτορική ἐπιγραφή τῆς πτέρυγας, πού βρίσκεται ἀριστερά τῆς εἰσόδου τῆς αἰθούσης αὐτῆς καί ἔχει ὡς ἑξῆς: «1783 Μ(αΐο)υ 25 Παντελήν Ζώρζην Ὑδριώτι».

Οἱ προσφορές τῶν Ὑδραίων, ἀλλά καί ὅλων τῶν ναυτικῶν πρός τήν Μονή τοῦ Πανορμίτη δέν εἶναι σπάνιο φαινόμενο. Ὁ Πανορμίτης πολλούς αἰῶνες πρίν ἦταν εὐρέως γνωστός σ’ αὐτούς, ὅταν τά διερχόμενα καράβια τους κινδύνευαν ἀπό τίς δύσκολες καιρικές συνθῆκες καί εὕρισκαν καταφύγιο στόν ἀπάνεμο ὅρμο του. Ἐκεῖ ἀσφαλεῖς ἀπολάμβαναν τήν πλούσια φιλοξενία τῶν Πατέρων τῆς Μονῆς καί τήν πνευματική θαλπωρή τοῦ πρωτοστάτου τῶν Ἀγγέλων. Ἐκεῖ πραγματοποιοῦσαν ἁγιασμό στά πλοῖα τους καί προσέφεραν τά διάφορα ταξίματα στόν Μεγαλόχαρο Ταξιάρχη.

Ἐπίσης Ὑδραῖοι ναυτικοί κατ’ ἐξοχήν γνωστοποιοῦσαν τήν Μονή στούς πιστούς, πού συμμετεῖχαν στίς ἐτήσιες ὀργανωμένες ἱερές ἀποδημίες στούς Ἁγίους Τόπους, γιά νά προσκυνήσουν τά ἐκεῖ ἱερά Προσκυνήματα καί νά ὀνομασθοῦν «χατζῆδες». Ἀπαραιτήτως τότε διέρχονταν καί ἀπό τόν Πανορμίτη, τόν ὁποῖο μάλιστα χαρακτήριζαν ὡς «πρῶτο προσκύνημα».

Τήν στενή σχέση ἀκόμα τῶν Ὑδραίων μέ τήν Μονή, μαρτυρᾶ ἡ παράδοση πού διασώζει ὅτι προπάππος τοῦ ναυάρχου Ἀνδρέα Μιαούλη εἶχε ταφεῖ στόν Πανορμίτη.

ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΟ ΜΟΥΣΕΙΟ

Τό Ἐκκλησιαστικό Μουσεῖο τῆς Μονῆς, ἱδρύθηκε τό 1987 ἀπό τόν μακαριστό Ἡγούμενο Ἀρχιμανδρίτη Γαβριήλ Μαργαρίτη. Ὁ Γέροντας μέ τήν συνήθη ἐμπνευσμένη σκέψη του καί τήν γνωστή μεγάλη ἀγάπη του γιά τήν ἀνάπτυξη καί τήν δημιουργία ὑποδομῶν στήν Μονή, μερίμνησε προσωπικῶς καί πρωτοστάτησε στήν ἵδρυση τοῦ Μουσείου, θέτοντας ὡς πρώτιστο στόχο τήν διαφύλαξη τῶν κειμηλίων, τά ὁποῖα πλέον ἔγιναν ἐπισκέψιμα στούς προσκυνητές καί ἐπισκέπτες, πού συνεχῶς αὐξάνονταν. Τούς ἀγῶνες καί τίς ἀγωνίες του τότε, συμμερίστηκαν ὁρισμένοι ἄνθρωποι πού ἔγιναν συμπαραστάτες καί συνεργοί του, συμμετέχοντας ἠθικά καί ὑλικά στό μεγαλόπνοο ὄραμα.
Ἔτσι τά ἰσόγεια κελλιά τῆς ἀνατολικῆς πτέρυγας μετά ἀπό τεχνικές ἐπεμβάσεις πού σεβάστηκαν καί διατήρησαν ἀνέπαφη τήν ἀρχιτεκτονική καί αἰσθητική τοῦ χώρου, συνδέθηκαν ἐσωτερικά μεταξύ τους, ἀποτελῶντας τό σημερινό ἑνιαῖο συγκρότημα τοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ Μουσείου τοῦ Πανορμίτη. Οὐσιαστικά ὑπάρχουν ἕξι συνολικά αἴθουσες, στίς ὁποῖες συγκεντρώθηκαν καί σήμερα ἐκτίθενται πλῆθος ἀξιόλογων κειμηλίων καί ἀφιερωμάτων.

Στήν α΄ αἴθουσα καί στήν προέκτασή της φιλοξενοῦνται τά καραβάκια, τά κιβώτια καί τά μπουκάλια, πού οἱ πιστοί ἀπ’ ὅλα τά μέρη στέλνουν διά θαλάσσης στόν ἀγαπημένο τους Ἀρχάγγελο. Ὅταν ἡ ἀπελπισία καί ἡ ἀπογοήτευση σκιάζουν καί μαυρίζουν τήν καρδιά, ὅταν πλέον ἡ ἀνθρώπινη βοήθεια ἀποδεικνύεται ἀνεπαρκής καί ἀδύναμη, ὅταν ὁ πόνος καί ἡ τραγικότητα τῆς ἀσθένειας καταβάλει καί τήν στερνή ἱκμάδα τῆς ψυχῆς, τότε ὁ ἄνθρωπος ἀναθεωρῶντας τά πάντα, ἐγκαταλείπει τήν μονοδιάστατη ἐπίγεια προσήλωσή του στήν φθαρτή ματαιότητα καί γαντζώνεται στήν ἀστείρευτη ἐλπίδα καί δύναμη πού ἀκτινοβολεῖ ἡ Ἀρχαγγελική παρουσία. Μέ τούτες τίς «προϋποθέσεις» ἐπιχειρεῖ τότε τοῦτο τό παράτολμο καί παράλογο γιά τούς πολλούς ἐγχείρημα. Ἐναποθέτει τήν πίστη, τήν ἐλπίδα καί τήν ἀγάπη του στήν ἀβεβαιότητα τῆς θάλασσας καί τῶν κυμάτων καί περιμένει τό θαῦμα… Καί ἡ ἀπάντηση δέν ἀργεῖ. Ὅταν πρέπει καί ἐκεῖ πού χρειάζεται, ἡ οὐράνια παρηγοριά ἔρχεται στήν ψυχή πού πάσχει˙ ὁ Ἀρχάγγελος τῆς δανείζει τά πελώρια φτερά Του καί τήν ἀνεβάζει σέ ὕψη δυσθεώρητα. Τά πολυταξιδεμένα τοῦτα ἀφιερώματα, μαρτυροῦν αὐτό ἀκριβῶς τό μέγα καί θαυμαστό σημεῖο…

Ἐπίσης στόν ἴδιο χῶρο θά δεῖ κανείς πολλά παρόμοια ταξίματα, δεδομένου ὅτι πολλοί ἄνθρωποι καί ἰδιαίτερα ναυτικοί, τήν ὥρα τῆς φουρτούνας καί τῆς θαλασσοταραχῆς, ἐπικαλοῦνται τόν Πανορμίτη, τόν ὁποῖο ὅπως καί τόν Ἅγιο Νικόλαο, θεωροῦν προστάτη τους. Στήν συνέχεια ὅταν ὁ κίνδυνος ξεπεραστεῖ καί ἀποτελεῖ πλέον ἕναν κακό ἐφιάλτη, ἔρχονται περιχαρεῖς καί φέρνουν τό τᾶμα τους στόν σωτῆρα τους Ἀρχάγγελο.

Τά ταριχευμένα ἀμφίβια, κροκόδειλοι, ἀλιγάτορες, μικρά αἰλουροειδή κ.ἄ. πού βρίσκονται στό βάθος, πρόσφεραν στό Μοναστήρι τόν περασμένο αἰῶνα οἱ Συμαῖοι τῆς διασπορᾶς, ἰδιαιτέρως δέ τῆς Ἀφρικῆς.

Στήν β΄ αἴθουσα, μέσα σ’ ἕνα τεράστιο ἔπιπλο τῶν ἀρχῶν τοῦ περασμένου αἰῶνα, ἐκτίθενται δεκάδες τεμάχια σερβιτσιῶν κατασκευασμένων στήν Μασσαλία τό ἔτος 1930 (τύπου limoges) πού φέρουν τήν σφραγίδα τοῦ Πανορμίτη καί προορίζονταν γιά τήν πλούσια φιλοξενία πού παρεῖχε ἡ Μονή στούς ὑψηλούς ἐπισκέπτες της. Τούς τοίχους κοσμοῦν μεγάλων διαστάσεων ζωγραφικοί πίνακες ἀναγεννησιακῆς τεχνοτροπίας μέ θέματα ἀπό τήν ζωή καί τό πάθος τοῦ Χριστοῦ, ἔργα τοῦ Νικολάου Καρακατσάνη, καθώς καί μιά εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ ὡς «Ζωοδότου» βυζαντινῆς τεχνοτροπίας, αὐθεντικό ἔργο τοῦ μεγάλου Φωτίου Κόντογλου.

Στό μέσον τῆς ἑπομένης γ΄ αἴθουσας δεσπόζει ἕνα μικρό ξυλόγλυπτο κουβούκλιο Ἐπιταφίου, τό ὁποῖο χρονολογεῖται ἀπό τόν 18ο αἰ. καί προέρχεται ἀπό τήν Μονή τοῦ Μ. Σωτῆρος. Περιμετρικά φέρει ζωγραφικές παραστάσεις τῶν Παθῶν τοῦ Χριστοῦ καί χρησιμοποιεῖτο κατά τήν λιτανεία τοῦ Ἐπιταφίου, τήν Μ. Παρασκευή. Ἀξιοσημείωτο εἶναι, ὅτι προκειμένου ὁ Ἐπιτάφιος νά περάσει ἀπό κάθε δρομίσκο τοῦ οἰκισμοῦ τῆς Σύμης, πού ἐκείνη τήν ἐποχή ἐκτεινόταν πέριξ τοῦ Κάστρου μέ κύριο χαρακτηριστικό τά στενά λιθόστρωτα δρομάκια, τό ἱερό Κουβούκλιο διατηρεῖ διαστάσεις ἀνάλογες μέ τά δρομάκια αὐτά, μαρτυρῶντας τήν πατρογονική εὐσέβεια τοῦ Λαοῦ τῆς Σύμης.

Γύρω-γύρω ὑπάρχουν προθῆκες μέ σπάνια μή ἐκκλησιαστικά ἀφιερώματα πιστῶν ἰδιαιτέρως ὁμογενῶν τῆς Ἀφρικῆς, ὅπως μεγάλου μήκους χαυλιόδοντες, χειροτεχνήματα ἀπό ἑλεφαντοστοῦν, χειροποίητα αὐθεντικά κινέζικα πιάτα-δῶρα Συμαίων ναυτικῶν καί πλῆθος ξίφη, τά παλαιότερα τῶν ὁποίων προέρχονται ἀπό τόν ἀγῶνα τοῦ 1821.
Ἡ δ΄ αἴθουσα φιλοξενεῖ ἀμιγῶς ἐκκλησιαστικά ἀντικείμενα, ὡς ἐπί τό πλεῖστον ἄμφια, παλαιά χειρόγραφα, ἀλλά καί μιά πλάκα λιθογραφίας, πού ἀπεικονίζει ἐντυπωσιακά τόν ὅρμο καί τήν Μονή μέ τήν μορφή πού ἀπέκτησαν μετά τό 1911, ἔτος κατά τό ὁποῖο ὁλοκληρώθηκε ἡ κατασκευή τοῦ περίτεχνου Καμπαναριοῦ. Στόν ἴδιο χῶρο ἐπίσης σώζεται ἕνα μεγάλο ρολόι μέ ἐκρεμές καί κουρδιστό μηχανισμό, πού χρονολογεῖται ἀπό τό 1896 καί προέρχεται ἀπό τήν Ἀλεξάνδρεια τῆς Αἰγύπτου. Ἐδωρήθη στή Μονή ἀπό τόν ἐκ Σύμης καταγόμενο Μ. Δ. Χρυσοχόου.

Στήν ε΄ αἴθουσα ἐκτίθενται τά παλαιότερα κειμήλια τῆς Μονῆς, ὅπως παλαιές φορητές Εἰκόνες, ἐκκλησιαστικά χειρόγραφα, ἀργυροποίκιλτα Εὐαγγέλια, ἀργυρόδετοι Σταυροί ἁγιασμοῦ, ἅγια Ποτήρια, Ἀρχιερατικές Μίτρες, ποιμαντικές ράβδοι καί πολλά ἄλλα ἱερά σκεύη, πού χρονολογοῦνται ἀπό τόν 17ο αἰῶνα καί ἑξῆς Τό παλαιότερο χειρόγραφο ἐξ αὐτῶν, περιλαμβάνει τήν Θεία Λειτουργία τοῦ ἱεροῦ Χρυσοστόμου καί ἐπίσης τοῦ Μεγάλου Βασιλείου, πού ἐγράφη στήν Ἱ. Μονή Ἰβήρων τοῦ Ἁγίου Ὄρους, τό ἔτος 1642.
Σέ διαφορετική προθήκη φυλάσσεται μιά φορητή Εἰκόνα τοῦ Ταξιάρχου Μιχαήλ πού σώζεται καί χρονολογεῖται ἀπό τό ἔτος 1739. Εἰκονίζει τόν Ἀρχάγγελο στό κέντρο, ὁ ὁποῖος στέκει ἐπάνω σέ νεκρό ἀνθρώπινο σῶμα καί βαστᾶ στό δεξί του χέρι ξῖφος. Στό ἀριστερό κρατᾶ μέ μορφή βρέφους, τήν ψυχήν τοῦ ἀποθανόντος, ἐνῶ περιμετρικά πλαισιώνεται ἀπό μικρογραφίες ἄλλων ἐννέα εἰκονογραφικῶν θεμάτων. Συγκεκριμένα ἀπό τήν κορυφή καί ἀριστερά: α) Ἡ φιλοξενία τοῦ Ἀβραάμ, β) ὁ Ἀρχάγγελος δεικνύων στήν Ἄγαρ πηγήν ὕδατος, γ), ὁ Ἀρχάγγελος κομίζων τροφή στόν Δανιήλ βληθέντα στόν λάκκο τῶν λεόντων, δ) τό ἐν Χώναις θαῦμα, ε) περί τῆς ὄνου τοῦ Βαλαάμ.

Ἰδιαίτερη ἐντύπωση ἐξ ἄλλου, προξενεῖ στόν ἐπισκέπτη καί τό μεγάλο Ρωσικό Εὐαγγέλιο, τό ὁποῖο κατασκευάστηκε στήν Ρωσία τό 1849 καί φέρει παραστάσεις τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ καί τῶν τεσσάρων Εὐαγγελιστῶν, πού ἔχουν φιλοτεχνηθεῖ σέ σμάλτο. Τήν ἴδια τεχνοτροπία ἔχει τό Ἄγιο Ποτήριο καί Δισκάριο, πού χρονολογοῦνται ἀπό τήν ἴδια ἐποχή.
Ἐπίσης σπουδαίας ἱστορικῆς ἀξίας εἶναι μιά χειρόγραφη ἐπιστολή τοῦ 1830 πού φέρει τήν ἰδιόχειρη ὑπογραφή τοῦ πρώτου Κυβερνήτη τῆς νεοτέρας Ἑλλάδος, τοῦ μεγάλου Ἰωάννου Καποδίστρια καί ἀπευθύνεται στούς Μοναχούς τοῦ Πανορμίτη. Στήν ἴδια προθήκη βρίσκεται ἕνα δερματόδετο Μητρῶο τῆς Κοινότητος τῆς Σύμης, τό ὁποῖο φέρει χρονολογία 1712 καί ἀναγράφει τόν πληθυσμό τοῦ νησιοῦ, κατανεμημένο ἀνά οἰκογένεια καί ἐνορία. Τέλος πολύ ἐνδιαφέρον ἔκθεμα ἀποτελεῖ καί τό «Δευτέριον τοῦ Κοινοῦ Ἑλληνικοῦ Σχολείου», στό ὁποῖο ἀναγράφονται ἀναλυτικά οἱ δαπάνες πού ἡ Μονή κατέβαλε, προκειμένου τό Σχολεῖο νά συντηρεῖται κατά τά ἔτη 1799-1820.

Ἐδῶ ὑπάρχουν ἀκόμη καί τά παλαιά ἀφιερώματα, τά ὁποία ἀναφέρονται στό κεφάλαιο τῶν Θαυμάτων καί μαρτυροῦν τίς θαυματουργικές ἐπεμβάσεις τοῦ Ταξιάρχου, πού πραγματοποιοῦνταν ἀνέκαθεν καί σέ κάθε ἐποχή.

Ἡ τελευταία στ΄ αἴθουσα τοῦ Μουσείου, στεγάζει ἴσως τό ἐντυπωσιακότερο ἔκθεμα. Πρόκειται γιά τόν μεγάλο (1.20Χ1.80) χρυσοκέντητο Ἐπιτάφιο τῆς Μονῆς, ὁ ὁποῖος προέρχεται ἀπό τήν Ρωσία καί κατασκευάστηκε τό ἔτος 1852. Σύμφωνα μέ τίς ἱστορικές πηγές, τήν ἐποχή ἐκείνη Ἡγούμενος τοῦ Πανορμίτη ἦταν ὁ λόγιος ἱερομόναχος Ἱερόθεος Φωτιάδης. Ἡ εὐρυμάθεια καί οἱ πολύπλευρες γνώσεις του, ἔγιναν αἰτία νά συσχετισθεῖ πρίν ἀκόμα εἰσέλθει στίς τάξεις τοῦ ἱ. Κλήρου, μέ τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο καί νά ζήσει γιά ἕνα χρονικό διάστημα στήν Κωνσταντινούπολη. Ἐκεῖ λόγῳ τῆς μεγάλης του μορφώσεως ἐπελέγη ἀπό τόν Ρῶσο Πρόξενο τῆς Πόλης Ζαχαρία Ζαχάρωφ, ὡς Διδάσκαλος τῶν παιδιῶν του. Ἀργότερα ὅταν χειροτονήθηκε Κληρικός καί ἐνθρονίστηκε Ἡγούμενος στήν Μονή, ὁ Ρῶσος ἀξιωματοῦχος ἔχοντας μείνει ἀπόλυτα εὐχαριστημένος μέ τίς παρασχεθεῖσες γνώσεις του πρός αὐτά, φρόντισε γιά τήν κατασκευή τοῦ ἐν λόγῳ ἀριστουργήματος, τό ὁποῖο καί τοῦ τό ἐδώρησε εἰς ἔνδειξη τιμῆς καί σεβασμοῦ. Ἀναλυτικά στοιχεῖα περί τοῦ Ἐπιταφίου δημοσιεύθηκαν στήν σχετική μελέτη τοῦ Γ. Β. Πετροπούλου στόν Ι΄τόμο τοῦ περιοδικοῦ «ΔΩΔΕΚΑΝΗΣΟΣ«

Ἐξαιρετικῆς τέχνης ἐπίσης εἶναι καί ὁ Σταυρός μέ τά δύο ἀργυρά ἑξαπτέρυγα, πού φυλάσσονται σέ προθήκη τῆς ἰδίας αἴθουσας. Αὐτά κατασκευάστηκαν στό ἐργαστήριο τοῦ Δ. Χρυσοχόου τῆς Σύμης καί φέρουν τήν χρονολογία 1845. Ἔχουν πλούσια διακόσμηση μέ ἄμπελο καί εἶναι ἀμφιπρόσωπα. Στήν μιά ὄψη τοῦ Σταυροῦ εἰκονίζεται ἀνάγλυφη ἡ Σταύρωση, ἐνῶ στήν ἄλλη ἡ Ἀνάσταση. Στά ἑξαπτέρυγα ἀντίστοιχα εἰκονίζεται ὁ Ἀρχάγγελος Μιχαήλ καί ἕνας ἑξαπτέρυγος Ἄγγελος.

Σημαντική ἀκόμα εἶναι ἡ εἰκόνα τῶν δέκα Μαρτύρων τῆς Κρήτης, ἡ ὁποία χρονολογεῖται ἀπό τόν 17ο αἰ. καί πιό συγκεκριμένα, μεταξύ τῶν ἐτῶν 1667-1673. Τοῦτο προκύπτει ἀπό τήν πρόσφατη ἐπιστημονική μελέτη τῆς ἀρχαιολόγου κ. Σοφίας Γερμανίδου, κατά τήν ὁποία ἡ συγκεκριμένη εἰκόνα εἶναι ἔργο τοῦ Κρητός ζωγράφου Βίκτωρα, πού ἀντλεῖ τά πρότυπά του ὄχι τόσο ἀπό τήν βυζαντινή παράδοση, ἀλλά περισσότερο ἀπό τήν παράδοση τῆς κρητικῆς σχολῆς καί τῆς δυτικῆς τέχνης.

ΛΑΟΓΡΑΦΙΚΟ ΜΟΥΣΕΙΟ

Ἡ Μονή πέραν τῶν ἄλλων, διαθέτει ἕνα πολύ καλά ὀργανωμένο Λαογραφικό Μουσεῖο μέ πληθώρα ἐκθεμάτων, τά ὁποῖα προέρχονται ἀπό παλαιότερες νοσταλγικές ἐποχές πού ἔφυγαν ἀνεπιστρεπτί, ἀλλ’ ὅμως σημάδεψαν μέ ἀνεξίτηλα ἴχνη τίς πολλές καί ἐνδιαφέρουσες σελίδες τῆς ἱστορίας της. Ἡ ἵδρυση τοῦ Μουσείου ὀφείλεται στόν μακαριστό Ἡγούμενο Γαβριήλ, ὁ ὁποῖος θέλησε ἔτσι νά ἀξιοποιήσει δεκάδες τετραγωνικά μέτρα ἀχρηστευμένων καί πεπαλαιωμένων χώρων ἐντός τοῦ ἐσωτερικοῦ περιβόλου, στήν πλειονότητά τους ὑπογείων, πού παλαιότερα στέγαζαν τό Κελλάρι, Ἀποθῆκες καί τό πρῶτο Μαγειρεῖο τῆς Μονῆς.

Ὁ Γέροντας Γαβριήλ, προκειμένου νά ὑλοποιήσει μέ τόν καλύτερο τρόπο τήν δημιουργία τοῦ Μουσείου, ἀνέθεσε τήν ὅλη ἐπιμέλεια τῶν ἐργασιῶν στόν καλό του φίλο καί συνεργάτη ἐκείνων τῶν χρόνων, ἀείμνηστο Ἰ. Μ. Χατζηφώτη. Χρειάστηκαν πολύμηνες προετοιμασίες, πού ἀπέδωσαν βέλτιστα ἀποτελέσματα. Οἱ ὑπάρχοντες χῶροι ἑνοποιήθηκαν χωρίς νά ἀλλοιωθεῖ ἡ ἀρχική μορφή τους, καθαρίστηκαν, πλακοστρώθηκαν, βάφηκαν καί ἠλεκτροφωτίστηκαν. Τό κάθε ἀντικείμενο πού νωρίτερα ἀντιμετώπιζε τήν φθορά καί τήν σήψη, ἔλαβε τήν κατάλληλη θέση, προβλήθηκε καί ἀξιοποιήθηκε μοναδικά. Τά ἐγκαίνια τέλεσε τόν Αὔγουστο τοῦ 1992 ὁ τότε Μητροπολίτης Ρόδου Ἀπόστολος (Διμέλης).

Τό Μουσεῖο μεταξύ ἄλλων, περιλαμβάνει τό χῶρο τοῦ παμπάλαιου Κελλαριοῦ, ὅπου ὁ ἐπισκέπτης μέχρι καί σήμερα θαυμάζει τόν φιλοσοφημένο τρόπο ἀξιοποίησης τῶν κλιματικῶν ἰδιοτήτων τοῦ ὑπογείου. Οἱ πρώτοι Μοναχοί ἐξόρυσαν οὐσιαστικά μία σήραγγα-θάλαμο στό ἐπικλινές ἔδαφος τῆς πλαγιᾶς, ἐντός τῆς ὁποίας τοποθέτησαν πακτωμένα στό δάπεδο τεράστια πήλινα πιθάρια, πού ἀποθήκευαν λάδι, ἐλιές, τυρί, παστά καί ἄλλες παρόμοιες τροφές, τῶν ὁποίων ἡ συντήρηση ἀπαιτεῖ ψυχρό καί σταθερό μικροκλίμα. Πραγματικά ἡ θερμοκρασία ἐδῶ διαφοροποιεῖται ἐλάχιστα, ἀσχέτως μέ τήν ἐναλλαγή τῶν ἐποχῶν! Ἐπιπλέον δέ, ἐπάνω τῆς θολωτῆς ὀροφῆς στηρίζονται δύο ἀκόμη ὄροφοι τῆς νοτίας πτέρυγας τῆς Μονῆς.

Στό ἴδιο τμῆμα τοῦ Μουσείου, βρίσκονται κατά παράταξη τά παλαιά δρύϊνα κρασοβάρελα, οἱ χειροποίητες γυάλινες νταμιζάνες καί χάλκινα τμήματα ἑνός ἀποστακτῆρα, τόν ὁποῖον μέχρι πρό τινος ἡ Μονή χρησιμοποιοῦσε γιά τήν παραγωγή τσικουδιᾶς, ἀπό τά ἄφθονα ἀποξηραμένα σῦκα τῶν κτημάτων της.

Ἐντυπωσιακή εἶναι ἐπίσης ἡ μικρή συλλογή ἐναλίων ἀρχαιοτήτων, πού περιλαμβάνει κυρίως ὀξυπύθμενους ἀμφορεῖς καί ἄλλα πήλινα σκεύη, ἡ πλειονότητα τῶν ὁποίων ἀνήκει στήν Ρωμαϊκή ἐποχή. Ὅλα τοῦτα ἀποτελοῦν ἀφιερώματα πίστεως σεβασμοῦ καί ἀγάπης πρός τόν Παμμέγιστο Ἀρχάγγελο τῶν βουτηχτάδων τοῦ νησιοῦ, οἱ ὁποῖοι κατά τίς σπογγαλλιευτικές καταδύσεις τους συναντοῦσαν στόν βυθό ἀρχαῖα ναυάγια καί ἀνέσυραν ἀπ’ τά ἀμπάρια τους τά πλέον καλοδιατηρημένα ἀγγεῖα.

Ἕνας μικρός χῶρος-κατακόμβη, ἔχει χρεωστικά ἀφιερωθεῖ στήν ἱερή μνήμη τῶν τριῶν ἐθνομαρτύρων Ἡρώων Ἡγουμένου Χρυσάνθου Μαρουλάκη, Μιχαήλ Λάμπρου, Φλώρου Ζουγανέλη, οἱ ὁποῖοι ἐκτελέστηκαν ἀπό τούς Ἰταλούς κατακτητές τόν Φεβρουάριο τοῦ 1944. Ἐκεῖ φυλάσσεται ἀσύρματος καί ὁρισμένα ἄλλα ἀντικείμενα ἀπό τήν ἐποχή τοῦ Β΄ παγκοσμίου πολέμου.

Σ’ ἄλλο σημεῖο σώζεται τό πρῶτο Μαγειρεῖο μέ τήν χαρακτηριστική «τσιμιά», δηλ. τό χῶρο τῆς ἐστίας πού καύσιμη ὕλη του εἶχε τά ξῦλα. Τά χρόνια ἐκεῖνα, σέ μεγάλα ὀρειχάλκινα καζάνια μαγειρευόταν ἐκεῖ μεγάλη ποσότητα φαγητοῦ, γιά νά καλυφθοῦν ἔτσι ἐπαρκῶς οἱ ἀνάγκες τῶν πολυαρίθμων ἐργατῶν ἀλλά καί τῶν προσκυνητῶν τοῦ Ἀρχαγγέλου.

Ὁ ἐπισκέπτης θά ἐντοπίσει ἐπίσης δεκάδες ἀγροτικά, ξυλουργικά καί ἄλλων εἰδῶν ἐργαλεῖα, θά σταθεῖ ἐμπρός στόν αὐθεντικό χειροποίητο ἀργαλειό καί θά θαυμάσει τίς παραδοσιακές τοπικές ἐνδυμασίες τοῦ νησιοῦ.

Ἡ περιήγηση λήγει στό χῶρο τοῦ σαλονιοῦ, ὅπου πολύ πετυχημένα τά παλαιά ἔπιπλα καί ἀντικείμενα, συνθέτουν διαχρονική εἰκόνα ἰσορροπίας, ἀναδίδοντας ἄρωμα ἀτέρμονης νοσταλγικῆς μνήμης, βάλσαμο ψυχῆς γιά τόν κουρασμένο στρατοκόπο τῆς πολύβουης σύγχρονης καθημερινότητας.

Θέση: Ιερά Μονή Πανορμίτου Σύμης

Διεύθυνση: 85600 Σύμη, Ελλάδα
Τηλέφωνο: Τηλέφωνο : 22460 71581, 22460 71354, 22460 72414Φαξ: Φαξ : 22460 71668

Πηγή, πληροφορίες: http://www.panormitisymis.gr

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για την εξάλειψη των ανεπιθύμητων σχολίων. Μάθετε πως επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων σας.